“Θέλεις τον μισθό μου; Για να τον ξοδέψεις στη μανούλα σου;” είπε η Φωτεινή Σταματιάδη στενεύοντας τα μάτια με ειρωνικό χαμόγελο

Η εγωιστική σιωπή στο σπίτι καίει.
Ιστορίες

Η πρόκλησή του έμεινε να αιωρείται για μια στιγμή στον αέρα.

— Αυτό θα φανεί στην πράξη, — απάντησε η Φωτεινή Σταματιάδη με ένα αδιάφορο σήκωμα των ώμων. — Προς το παρόν, μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε. Έχεις εξήντα λεπτά.

— Δεν μπορείς να με πετάξεις έτσι! Δεν σου το επιτρέπει κανείς!

— Κάνεις λάθος. — Άπλωσε στο τραπέζι φωτοτυπίες. — Να τα έγγραφα του σπιτιού και το συμβόλαιο με την υπογραφή σου. Αν θες, πήγαινέ το στα δικαστήρια. Όμως θα αναφέρω και τα δάνεια που πήρες υπολογίζοντας τον δικό μου μισθό. Ξέρεις πολύ καλά πώς χαρακτηρίζεται αυτό.

Ο Μάκης Καραγιάννης κατάλαβε ότι δεν είχε έδαφος να πατήσει. Πού να πάει; Στη μητέρα του, που ζούσε σε ένα δυάρι και θα μάθαινε όλη την αλήθεια; Σε φίλους, αφού είχε ήδη εκτεθεί;

Χωρίς άλλη λέξη άρχισε να βάζει ρούχα και χαρτιά σε δυο ταξιδιωτικές τσάντες. Η Φωτεινή καθόταν στην κουζίνα, πίνοντας το τσάι της ατάραχη. Η στάση της ήταν ψύχραιμη, σχεδόν απρόσωπη, σαν να μην είχαν μοιραστεί οκτώ ολόκληρα χρόνια, αλλά απλώς μερικούς μήνες γνωριμίας.

— Φωτεινή, ίσως θα μπορούσαμε—

— Όχι, Μάκη. Φεύγεις.

Κατέβηκε τη σκάλα κρατώντας τις τσάντες. Η πόρτα έκλεισε πίσω του με βαρύ ήχο, κι η κλειδαριά γύρισε αποφασιστικά — την είχε αλλάξει πριν από έναν μήνα, κι εκείνος τώρα καταλάβαινε τον λόγο.

Έξω ψιλόβρεχε. Έβγαλε το κινητό και κάλεσε τον Γιώργο Σαββίδη.

— Έλα, ρε Μάκη! Γιατί με παίρνεις τέτοια ώρα;

— Γιώργο… μπορώ να μείνω απόψε σε σένα;

— Τι έγινε;

— Η Φωτεινή με έδιωξε.

Σιωπή. Ύστερα ένα πνιχτό γέλιο.

— Μη μου πεις ότι όλα ξεκίνησαν από εκείνο το “αστείο”;

— Ναι, — μουρμούρισε.

— Κοίτα… η Δάφνη Αλεξάνδρου δεν συμφωνεί. Λέει πως τα έσπειρες μόνος σου. Συγγνώμη, φίλε.

Το τηλέφωνο έκλεισε. Δοκίμασε κι άλλους γνωστούς· η απάντηση ήταν παντού η ίδια. Η ιστορία είχε ήδη κυκλοφορήσει.

Αναγκάστηκε να νοικιάσει ένα φτηνό δωμάτιο. Καθισμένος στο σκληρό στρώμα, συλλογιζόταν πότε ακριβώς έχασε τον έλεγχο. Τα τριακόσιες χιλιάδες ευρώ που δεν πήρε ποτέ. Τα δάνεια που τον έπνιγαν. Το σπίτι που γλίστρησε από τα χέρια του εξαιτίας της απληστίας του.

Το κινητό δόνησε ξανά. Μήνυμα από τη μητέρα του: «Μάκη, τι ανοησίες είναι αυτές που λέει η Φωτεινή; Ποια χρήματα για φάρμακα; Σου είπα ότι πάω σε κέντρο αποκατάστασης και είναι όλα πληρωμένα. Τι συμβαίνει;»

Έκλεισε τη συσκευή. Δεν είχε κουράγιο να απολογηθεί.

Έναν μήνα αργότερα το διαζύγιο εκδόθηκε χωρίς αντιρρήσεις. Εκείνος δεν το εμπόδισε. Η Φωτεινή πούλησε το διαμέρισμα και μετακόμισε σε μικρότερο, αλλά σε καλύτερη περιοχή. Στη δουλειά της άνθισε· χωρίς τη μόνιμη ένταση στο σπίτι, ανέβηκε γρήγορα. Σύντομα ανέλαβε ολόκληρο τμήμα και ο μισθός της έφτασε τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ.

Ο Μάκης, αντίθετα, ζούσε με περιστασιακά μεροκάματα. Τα περισσότερα χρήματα πήγαιναν στις δόσεις. Παρέμενε στο ίδιο νοικιασμένο δωμάτιο, τρεφόμενος με πρόχειρα φαγητά.

Κάποια μέρα έπεσε πάνω στον Γιώργο και τη Δάφνη σε ένα εμπορικό κέντρο. Έκαναν πως δεν τον είδαν.

— Γιώργο! — φώναξε.

Εκείνος γύρισε με εμφανή δυσφορία.

— Α, εσύ… Πώς τα φέρνει η ζωή;

— Τα κουτσοβολεύω, — είπε ψέματα.

— Ωραία. Εμείς βιαζόμαστε.

Η Δάφνη δεν μπήκε καν στον κόπο να τον χαιρετήσει.

— Για μια χαζομάρα τέτοια φασαρία… Η Φωτεινή καλά έκανε, — πέταξε αδιάφορα.

Έμεινε μόνος ανάμεσα στον κόσμο, με την αίσθηση ότι τον είχαν προδώσει οι ίδιες του οι αυταπάτες για το τι σημαίνει «άντρας».

Την ίδια ώρα, στην άλλη άκρη της πόλης, η Φωτεινή ετοίμαζε καφέ στο νέο της σπίτι. Πάνω στο τραπέζι ήταν τα έγγραφα της προαγωγής της. Το τηλέφωνο χτύπησε· άγνωστος αριθμός.

— Παρακαλώ;

— Φωτεινή; Είμαι ο Μάκης. Θα μπορούσαμε να συναντηθούμε; Να μιλήσουμε;

— Όχι. Δεν υπάρχει λόγος.

— Κατάλαβα τα λάθη μου. Έχω αλλάξει.

— Χαίρομαι. Ζήσε με την αλλαγή σου. Εγώ προτιμώ να ζω χωρίς τα λάθη σου.

Έκλεισε και μπλόκαρε τον αριθμό. Ένιωσε ένα καθαρό, ήρεμο κενό μέσα της — όχι μοναξιά, αλλά ελευθερία.

Η ανεξαρτησία έχει κόστος. Εκείνη όμως είχε ήδη πληρώσει — και άξιζε κάθε ευρώ.

Ψίθυροι Ζωής