Η ανάμνηση εκείνης της επίσκεψης στον συμβολαιογράφο τον χτύπησε σαν ρεύμα. Τότε είχε βαρεθεί αφόρητα, κοιτούσε το ρολόι του και υπέγραφε όπου του έδειχναν, χωρίς να διαβάζει λεπτομέρειες.
— Δηλαδή… το είχες σκεφτεί από πριν; — κατάφερε να αρθρώσει ο Μάκης Καραγιάννης.
— Όχι, Μάκη. Δεν έστησα καμία παγίδα. Απλώς φρόντισα να προστατευτώ. Έβλεπα πώς με κοιτούσες τελευταία. Πώς καρφωνόταν το βλέμμα σου στο εκκαθαριστικό μου. Πώς έκανες λογαριασμούς με χρήματα που δεν ήταν δικά σου.
— Μα είμαστε παντρεμένοι! Είμαστε οικογένεια!
— Ήμασταν. Μέχρι που αποφάσισες ότι σου ανήκω. Ότι είμαι κάτι σαν πορτοφόλι με πόδια.
— Μην το λες αυτό! — όρμησε προς το μέρος της. — Δεν μπορείς να τα σβήσεις όλα έτσι! Οκτώ χρόνια μαζί!
Η Φωτεινή Σταματιάδη υποχώρησε προς το παράθυρο, κρατώντας απόσταση.
— Τον τελευταίο χρόνο κατάπινα τις ειρωνείες σου. Τα σχόλια ότι «δεν είναι σωστό» μια γυναίκα να βγάζει περισσότερα από τον άντρα της. Την πίκρα σου κάθε φορά που προχωρούσα.
— Δεν ζήλευα!
— Κάθε αύξηση γινόταν αφορμή για καβγά. Με κατηγορούσες ότι κάτι «παίζεται» με τον προϊστάμενο. Ότι τάχα τον καλοπιάνω. Θυμάσαι ή να στα θυμίσω όλα;
— Άσε τα παλιά! — έπιασε το κεφάλι του. — Φωτεινή, σε ικετεύω. Θα αλλάξω, στο υπόσχομαι!
— Είναι αργά. Και ξέρεις κάτι; Οφείλω κι ένα ευχαριστώ στον Γιώργο Σαββίδη και στη Δάφνη Αλεξάνδρου.
— Τι σχέση έχουν αυτοί;
— Ήθελαν να σου κάνουν πλάκα. Η Δάφνη με πήρε χθες γελώντας. Μου είπε ότι είπαν επίτηδες πως τάχα πρέπει να τους παραδίδω τον μισθό μου. Και εσύ το κατάπιες αμάσητο. Γύρισες σπίτι έτοιμος να απαιτήσεις.
Ο Μάκης πάγωσε. Ένιωσε τους κροτάφους του να σφυροκοπούν.
— Δηλαδή… ήταν αστείο;
— Ναι. Στο δικό τους σπίτι συμβαίνει το αντίθετο. Ο Γιώργος δίνει τον μισθό του στη Δάφνη, γιατί εκείνη διαχειρίζεται καλύτερα τα οικονομικά. Σε αντίθεση με εσένα.
Το κινητό του άρχισε να χτυπά. Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα του Γιώργου.
— Απάντησε, — είπε ήρεμα η Φωτεινή. — Έχει ενδιαφέρον.
Με τρεμάμενα δάχτυλα το έβαλε στο αυτί.
— Ναι…
— Ρε Μάκη! Λοιπόν; Σου έδωσε η Φωτεινή τα λεφτά; — ακούστηκε η χαρούμενη φωνή.
Ο Μάκης δεν μιλούσε.
— Εδώ με τη Δάφνη γελάμε ακόμη! Λέει ότι σίγουρα έτρεξες σπίτι να κάνεις φασαρία. Της έλεγα πως δεν είσαι τόσο χαζός. Τελικά ποιος κέρδισε το στοίχημα;
Το τηλέφωνο έφυγε από το χέρι του και χτύπησε στο πάτωμα. Η Φωτεινή το σήκωσε ψύχραιμα και το έκλεισε.
— Βλέπεις; Για μια ανόητη φάρσα διέλυσες ό,τι είχαμε.
— Συγγνώμη… — σωριάστηκε στα γόνατα. — Έκανα βλακεία. Τεράστια.
— Δεν είναι μόνο η βλακεία. Είναι ότι φάνηκε ποιος είσαι στ’ αλήθεια. Μικρόψυχος και άπληστος.
— Θα διορθωθώ!
— Όχι. Και ξέρεις γιατί είμαι σίγουρη; Επειδή ήδη βούλιαξες στα χρέη.
Χλόμιασε.
— Πώς το έμαθες;
— Τα καινούργια πράγματα που εμφανίστηκαν στο σπίτι με έβαλαν σε υποψίες. Έψαξα λίγο και ανακάλυψα ότι πήρες καταναλωτικό δάνειο διακοσίων χιλιάδων ευρώ. Και επιπλέον έβγαλες πιστωτική με όριο εκατόν πενήντα χιλιάδες.
— Σκόπευα να τα ξεχρεώσω μόλις μου έδινες τον μισθό σου!
— Ακριβώς. Είχες ήδη ξοδέψει χρήματα που δεν είχες καν στα χέρια σου. Πήρες κονσόλα, ηλεκτρονικά, άχρηστα πράγματα… Μάκη, αυτό δεν είναι απλώς ανευθυνότητα.
Κάθισε στο πάτωμα, το πρόσωπο χωμένο στις παλάμες. Η πρώτη δόση έληγε σε μία εβδομάδα. Δεν είχε ούτε ευρώ στην άκρη. Το σπίτι δεν του ανήκε. Και η γυναίκα που θεωρούσε δεδομένη στεκόταν μπροστά του σαν ξένη.
— Ας βρούμε έναν συμβιβασμό, — είπε βραχνά. — Θα φύγω. Αλλά βοήθησέ με με τα δάνεια.
— Όχι. Ούτε ένα ευρώ. Τα δημιούργησες μόνος σου, θα τα τακτοποιήσεις μόνος σου.
— Μα το έκανα επειδή πίστεψα—
— Επειδή άκουσες τον πρώτο που σου μίλησε και δεν μπήκες καν στον κόπο να συζητήσεις μαζί μου ήρεμα.
Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Σηκώθηκε απότομα.
— Άντε χάσου! Νομίζεις πως είσαι τόσο έξυπνη; Ότι χωρίς εμένα θα τα καταφέρεις; — είπε, κι η φωνή του έτρεμε από οργή.
