Και για να το επιβεβαιώσει, πήρε τηλέφωνο ακόμη και τον Γιώργο Σαββίδη για να τον ευχαριστήσει για τις «συμβουλές» του.
— Μπράβο, ρε Μάκη! — ακούστηκε η γελαστή φωνή του φίλου του από την άλλη άκρη της γραμμής. — Έτσι μπράβο! Τα οικονομικά δεν τα αφήνεις στις γυναίκες. Αν τους τα δώσεις, θα τα σκορπίσουν σε φορέματα και καλλυντικά!
Πέρασε μία εβδομάδα. Μετά κι άλλη. Ο Μάκης άρχισε να χάνει την ψυχραιμία του.
— Φωτεινή, τι γίνεται τελικά με τον μισθό σου; — ρώτησε ένα βράδυ, προσπαθώντας να κρατήσει ήρεμο ύφος.
— Σου είπα, έχει καθυστέρηση. Το λογιστήριο υποσχέθηκε ότι θα μπει μέσα στις επόμενες μέρες.
— Πόσο θα τραβήξει αυτό; Έλεος πια!
— Δεν εξαρτάται από εμένα, Μάκη. Η διοίκηση αποφασίζει.
Δέχτηκε να περιμένει, αλλά τα νεύρα του τεντώνονταν καθημερινά. Ιδίως όταν άρχισαν να καταφθάνουν οι λογαριασμοί — ενοίκιο, ίντερνετ, κινητά. Η Φωτεινή τους τακτοποιούσε όλους από τον δικό της λογαριασμό, όμως το έκανε με μια εμφανή ψυχρότητα, σαν να της κόστιζε κάθε ευρώ.
— Σε λίγο θα ξεμείνεις — της πέταξε ένα απόγευμα. — Και τότε τι θα κάνεις;
— Έχω πιστωτική κάρτα — απάντησε αδιάφορα, σηκώνοντας τους ώμους.
Στο τέλος του μήνα, ο Μάκης είχε φτάσει στα όριά του. Όταν είδε στα κοινωνικά δίκτυα φωτογραφίες του Γιώργου με καινούργιο κινητό τελευταίας τεχνολογίας, ένιωσε να τον κυριεύει ζήλια. Επιπλέον, είχε ήδη προχωρήσει σε αγορές: πριν από μία εβδομάδα είχε πάρει με δόσεις την πιο σύγχρονη παιχνιδομηχανή, βέβαιος πως θα την εξοφλούσε από τον μισθό της γυναίκας του.
— ΦΩΤΕΙΝΗ! — φώναξε μόλις μπήκε στο σπίτι. — Πόσο θα συνεχιστεί αυτό το θέατρο;
Εκείνη ξεπρόβαλε από την κουζίνα ήρεμη.
— Τι συμβαίνει;
— ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ; Πέρασε ολόκληρος μήνας! Με δουλεύεις επίτηδες;
— Σου εξήγησα…
— Δεν μου εξήγησες τίποτα! Δεν θέλεις να μου τα δώσεις! Νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω;
Η Φωτεινή σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά και στάθηκε απέναντί του.
— Τριακόσιες χιλιάδες! Αυτό δεν είπες; Πού βρίσκονται; — συνέχισε εκείνος, σχεδόν εκτός εαυτού.
Τον κοίταξε σταθερά.
— Ξέρεις κάτι, Μάκη; Ας μιλήσουμε καθαρά. Καμία καθυστέρηση δεν υπάρχει. Πληρώθηκα εδώ και δύο εβδομάδες.
Έμεινε άναυδος. Το πρόσωπό του κοκκίνισε, τα δάχτυλά του έτρεμαν.
— Δηλαδή… μου είπες ψέματα;
— Ναι. Και το έκανα επίτηδες. Ήθελα να δω μέχρι πού μπορεί να φτάσει η απληστία σου.
— Απληστία; Εγώ φροντίζω τη μάνα μου!
Η Φωτεινή γέλασε ειρωνικά.
— Η μητέρα σου ζει μια χαρά με τη σύνταξή της και με τα χρήματα που της στέλνω εγώ. Μίλησα μαζί της την περασμένη εβδομάδα· ετοιμάζεται για λουτροθεραπεία, έχει ήδη κλείσει εισιτήρια.
Ο Μάκης πάγωσε. Κάτι του είχε αναφέρει κι εκείνη, αλλά δεν είχε δώσει σημασία.
— Δεν έχει σημασία αυτό! Εσύ είσαι γυναίκα μου. Οφείλεις να με υπακούς!
— Να σε υπακούω; Και γιατί ακριβώς;
— Γιατί έτσι είναι το σωστό! Ο άντρας είναι ο αρχηγός. Ο κουβαλητής του σπιτιού!
— Κουβαλητής; — αντέτεινε εκείνη ήρεμα. — Εσύ παίρνεις σαράντα χιλιάδες τον μήνα. Εγώ εκατόν είκοσι. Ποιος, λοιπόν, συντηρεί ποιον;
Έσφιξε τις γροθιές του.
— Μη μου μιλάς έτσι! Σε έβγαλα από τη φοιτητική εστία! Το διαμέρισμα αυτό το αγόρασαν οι δικοί μου!
— Το αγόρασαν πριν παντρευτούμε. Και οκτώ χρόνια τώρα πληρώνω για ανακαινίσεις, έπιπλα, συσκευές. Αν το δούμε δίκαια, όλα μισά-μισά είναι.
— Φύγε από εδώ! — ούρλιαξε. — Από το σπίτι ΜΟΥ!
Ένα παράξενο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
— Όπως επιθυμείς.
Πήγε στο υπνοδωμάτιο. Άνοιξε η ντουλάπα, ακούστηκαν φερμουάρ και ροδάκια να σέρνονται. Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε με τρεις βαλίτσες, τις οποίες άφησε δίπλα στην πόρτα.
— Δεν το εννοείς… — ψέλλισε ο Μάκης.
— Το εννοώ απολύτως. Μόνο που δεν φεύγω εγώ. Εσύ θα φύγεις.
— Τι λες τώρα;
— Θυμάσαι πριν τρεις μήνες που αλλάξαμε το συμβόλαιο του διαμερίσματος; Πέρασε στο δικό μου όνομα. Υπέγραψες κι εσύ. Είπες πως έτσι θα είχαμε φορολογικές ελαφρύνσεις.
Κάτι αχνά του θύμισε εκείνη η κουβέντα. Η Φωτεινή τότε του εξηγούσε για εκπτώσεις, ποσοστά και διαδικασίες, κι εκείνος, αδιάφορος, είχε βάλει την υπογραφή του χωρίς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή.
