“Θέλεις τον μισθό μου; Για να τον ξοδέψεις στη μανούλα σου;” είπε η Φωτεινή Σταματιάδη στενεύοντας τα μάτια με ειρωνικό χαμόγελο

Η εγωιστική σιωπή στο σπίτι καίει.
Ιστορίες

— Θέλεις τον μισθό μου; Για να τον ξοδέψεις στη μανούλα σου; — ρώτησε η Φωτεινή Σταματιάδη τον άντρα της, στενεύοντας τα μάτια με ειρωνικό χαμόγελο.

Λίγες μέρες νωρίτερα, σε μια καφετέρια μετά τη δουλειά, ο Γιώργος Σαββίδης είχε σκύψει προς τον Μάκη Καραγιάννη με ύφος συνωμοτικό.

— Πώς τα κανονίζετε εσείς με τα οικονομικά; — τον είχε ρωτήσει πίνοντας μια γουλιά μπίρα. — Η Δάφνη Αλεξάνδρου μού δίνει ολόκληρο τον μισθό της. Μετά αποφασίζω εγώ πού θα πάνε τα λεφτά.

Η Δάφνη, καθισμένη δίπλα του, συμφώνησε με νεύμα και του έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι.

— Εκείνος έχει καλύτερο μυαλό για διαχείριση, αγάπη μου. Τα οικονομικά είναι το φόρτε του!

Ο Μάκης γύρισε σπίτι κοντά στα μεσάνυχτα. Το γέλιο του Γιώργου και της Δάφνης αντηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του. Η συνάντηση, που υποτίθεται θα ήταν μια απλή χαλάρωση μετά το γραφείο, είχε κλονίσει όσα πίστευε για τη δική του οικογενειακή ζωή.

Εξωτερικά είχε αντιδράσει αδιάφορα, όμως μέσα του κάτι τον έτρωγε. Τους τελευταίους έξι μήνες η Φωτεινή έφερνε σχεδόν τα διπλάσια χρήματα στο σπίτι — ως γενική διευθύντρια αμειβόταν εξαιρετικά. Εκείνος, αντίθετα, είχε μείνει κολλημένος στην ίδια θέση, με απολαβές που barely κάλυπταν τα βασικά. Η σύγκριση τον πλήγωνε.

— Μάκη, τι έχεις και είσαι έτσι; — τον ρώτησε η Φωτεινή βγαίνοντας από το υπνοδωμάτιο με τη ρόμπα της. — Άργησες πολύ.

— Ήμουν με τον Γιώργο, — απάντησε ξερά και κατευθύνθηκε στην κουζίνα.

Εκείνη του ετοίμασε τσάι και κάθισε απέναντί του. Η κούραση ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της· είχε μείνει πάλι ως αργά στο γραφείο για να τακτοποιήσει μια επείγουσα υπόθεση με προμηθευτές.

— Πρέπει να μιλήσουμε για τα χρήματα, — ξεκίνησε ο Μάκης, μαζεύοντας θάρρος.

— Συνέβη κάτι; Πάλι πρόβλημα με το αυτοκίνητο;

— Όχι! — αντέδρασε απότομα. — Είναι άλλο θέμα. Η μητέρα μου… περνά δύσκολα. Η σύνταξή της δεν φτάνει ούτε για τα φάρμακα.

Η Φωτεινή συνοφρυώθηκε.

— Μα τη βοηθάμε κάθε μήνα. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα της έστειλα δέκα χιλιάδες.

— Δεν αρκούν! — χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. — Δεν καταλαβαίνεις; Δούλεψε μια ζωή, με μεγάλωσε μόνη της, και τώρα μετράει τα κέρματα!

— Ηρέμησε. Πες μου καθαρά πόσα χρειάζεται.

Πήρε βαθιά ανάσα. Ήταν η στιγμή που θα έλεγε αυτό που τον έκαιγε.

— Όταν πληρωθείς, θέλω να μου μεταφέρεις τα χρήματα, — δήλωσε κοφτά. — Όλα. Θα τα δώσω εγώ στη μητέρα μου. Ολόκληρο τον μισθό σου.

Η Φωτεινή έμεινε ακίνητη, κρατώντας την κούπα στον αέρα. Μονάχα το βουητό του ψυγείου ακουγόταν.

— Μιλάς σοβαρά; — ψιθύρισε.

— Απόλυτα. Το ταμείο του σπιτιού πρέπει να το διαχειρίζεται ο άντρας. Έτσι γινόταν και στο πατρικό μου. Ο πατέρας έπαιρνε τον μισθό της μητέρας και ποτέ δεν υπήρξε πρόβλημα.

Εκείνη ακούμπησε αργά το φλιτζάνι.

— Κι εγώ; Πώς θα κινηθώ χωρίς χρήματα;

— Θα σου δίνω ό,τι χρειάζεται για τα έξοδα. Πρώτα όμως η μάνα μου και μετά όλα τα υπόλοιπα.

Το ξημέρωμα τη βρήκε άυπνη. Τα λόγια του στριφογύριζαν στο μυαλό της. Κοίταξε τον Μάκη που κοιμόταν δίπλα της και δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τον άνθρωπο που είχε παντρευτεί πριν από οκτώ χρόνια.

Στο πρωινό, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά.

— Το σκέφτηκες; — τη ρώτησε, αλείφοντας βούτυρο στο ψωμί.

Η Φωτεινή έγνεψε καταφατικά.

— Εντάξει. Δέχομαι.

Παραλίγο να πνιγεί.

— Σοβαρά;

— Ναι. Μόνο που η καταβολή θα καθυστερήσει λίγο. Υπάρχουν καθυστερήσεις στις πληρωμές, ξέρεις… η αγορά δεν πάει καλά.

— Και πότε υπολογίζεις;

— Σε μερικές εβδομάδες. Θα μπουν και μπόνους. Συνολικά γύρω στις τριακόσιες χιλιάδες.

ΤΡΙΑΚΟΣΙΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ! Στο μυαλό του άρχισαν να παίζουν θριαμβευτικές μελωδίες. Φαντάστηκε καινούργιο κινητό, ανανέωση γκαρνταρόμπας, ίσως κι ένα ψάρεμα με την παρέα στη Θεσσαλονίκη. Στη μητέρα του… κάτι θα έδινε κι εκείνης.

— Τέλεια! — χαμογέλασε αυτάρεσκα. — Θα δεις, έτσι θα μπει τάξη και θα είναι όλοι ευχαριστημένοι.

Τις επόμενες μέρες περπατούσε λες και είχε φτερά. Στο γραφείο καυχιόταν στους συναδέλφους του ότι επιτέλους έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, πως στο σπίτι του πλέον εκείνος κρατούσε το τιμόνι και ότι αυτός ήταν ο πραγματικός αρχηγός του σπιτιού.

Ψίθυροι Ζωής