“Δεν θα πάω” — είπε η Αναστασία και έκλεισε πρώτη το τηλέφωνο

Ανήθικη ψυχρότητα, ντροπιαστική προτεραιότητα: το χρήμα.
Ιστορίες

– Αναστασία; Ω, δόξα τω Θεώ, επιτέλους σε βρήκα. Είμαι η Αγγελική, από τον πέμπτο όροφο. Έχουμε πρόβλημα.

Έκλεισα τη βρύση στη μέση της ροής. Αναγνώρισα αμέσως τη φωνή – παλιά, όταν πήγαινα ακόμη στη μητέρα μου, συναντιόμασταν καμιά φορά στο ασανσέρ. Το πιάτο γλίστρησε από τα χέρια μου και έπεσε ξανά στον νεροχύτη, μέσα στους αφρούς.

– Τι συνέβη;

– Έπεσε η Θεοδώρα. Μπροστά στο ασανσέρ, στον πέμπτο. Την βρήκα όταν κατέβασα τον σκύλο. Ήταν πεσμένη ώρα, ίσως και παραπάνω. Κάταγμα στο ισχίο, είπαν στο νοσοκομείο. Χωρίς χειρουργείο δεν πρόκειται να σταθεί στα πόδια της.

Ακουγόταν ένας βόμβος στη γραμμή. Ίσως το ψυγείο της. Ίσως το κεφάλι μου.

– Κατάλαβα.

– Αναστασία… πήγαινε, σε παρακαλώ. Εγώ είμαι ξένη, έχω τη δική μου γριά να φροντίσω. Μα η μάνα είναι μάνα.

Έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει. Σεπτέμβρης. Οι φλαμουριές θρόιζαν και, για κάποιο λόγο, ο ήχος τους έφτανε στ’ αυτιά μου καθαρότερα απ’ τη φωνή της Αγγελικής.

– Αγγελική, πάρε την Πολυξένη. Είναι η μικρότερη. Ας αναλάβει τώρα εκείνη.

– Την πήρα. Τρεις φορές σήμερα. Λέει πως ο Ανδρέας έχει σαράντα πυρετό, δεν μπορεί να κουνηθεί. Αναστασία, από σένα είναι μόνο τέσσερις ώρες δρόμος. Ξεκίνα το πρωί με το αυτοκίνητο…

– Δεν θα πάω.

Σιωπή. Έπειτα μια βαριά εισπνοή, με σφύριγμα. Θυμήθηκα – άσθμα έχει. Μου το είχε πει η μητέρα μου πριν από είκοσι χρόνια.

– Τι είναι αυτά που λες;

– Αυτό που ακούς. Η μικρή πάντα έκανε την αρχηγό. Ας το αποδείξει τώρα. Αν δεν μπορεί, ας πληρώσει μια νοσοκόμα. Υπάρχει το διαμέρισμα, δυάρι στο κέντρο της Λάρισας. Αξίζει καλά λεφτά. Να γίνει πληρεξούσιο, να πουληθεί. Θα φτάσουν για το χειρουργείο, για αποκατάσταση, για κέντρο αποθεραπείας. Και για πέντε χρόνια ακόμη, αν δεν το παρακάνουν.

– Έχεις τα λογικά σου; Μιλάμε για τη μητέρα σου!

– Τα έχω. Τρία χρόνια τώρα, μάλιστα.

– Ντροπή σου.

– Ίσως.

– Είναι η γυναίκα που σε γέννησε! Πλησιάζει τα ογδόντα και έμεινε μόνη στο πάτωμα!

– Κατάλαβα τι θέλεις να πεις. Καληνύχτα.

Έκλεισα πρώτη.

Στάθηκα λίγο ακόμη, κοιτώντας τις σταγόνες αφρού που κυλούσαν από τα δάχτυλά μου και έπεφταν πάνω στο ίδιο πιάτο. Δεν άνοιξα ξανά το νερό. Κάθισα στο τραπέζι και κοίταξα το κρεμμύδι που είχα κόψει στη μέση. Η τομή του ήταν καθαρή, συμμετρική. Ο Εμμανουήλ αύριο φεύγει δρομολόγιο για Θεσσαλονίκη, εννιά μέρες πήγαινε-έλα. Έπρεπε να του ετοιμάσω τρία λίτρα μπορς και να τα μοιράσω σε δοχεία. Στον δρόμο τρώει σε πρατήρια και τα στομάχια δεν συγχωρούν τέτοιες συνήθειες.

Δεν σκεφτόμουν τη μητέρα μου. Σκεφτόμουν πως στη φωνή της Αγγελικής υπήρχε η ίδια οσμή – η κουζίνα εκείνου του σπιτιού, οι τοίχοι του. Την ένιωσα, λες και πέρασε μέσα από το ακουστικό. Η παιδική μνήμη είναι αλλόκοτη: πρόσωπα ξεθωριάζουν, ονόματα χάνονται, μα οι μυρωδιές επιμένουν. Επτά χρόνια έχω να μπω σ’ εκείνο το διαμέρισμα. Κι όμως, το θυμάμαι.

Τρία χρόνια δεν ανταλλάξαμε λέξη. Τον πρώτο καιρό μετρούσα τους μήνες από συνήθεια – περίμενα να τηλεφωνήσει, να ζητήσει συγγνώμη. Τον δεύτερο χρόνο σταμάτησα να μετράω και απλώς ζούσα. Κι ήταν παράξενο: χωρίς μητέρα δεν ένιωθα φόβο, μόνο μια σιωπή. Σαν να βουίζει διαρκώς ένα ψυγείο στο δωμάτιο κι έπειτα κάποιος να το βγάζει απ’ την πρίζα. Στην αρχή αφουγκράζεσαι το κενό. Μετά συνηθίζεις.

Τον τρίτο χρόνο έσβησα τον αριθμό της. Άνοιξα το κινητό, βρήκα «Μαμά», πάτησα διαγραφή και επιβεβαίωσα. Πιο εύκολο κι από το να κόψω το τσιγάρο – επτά χρόνια κάπνιζα, στα τριάντα πέντε το σταμάτησα. Δύο κινήσεις, ένα δευτερόλεπτο. Ούτε δάκρυα ούτε τελετές αποχαιρετισμού. Το έκανα και συνέχισα να βράζω φαγητό.

Και τώρα – η Αγγελική. Το τελευταίο σύνορο. Ο τελευταίος άνθρωπος στον οποίο, για κάποιον λόγο, όφειλα εξηγήσεις για όσα κατάλαβα τότε, τον Μάιο του είκοσι δύο. Δεν της εξήγησα τίποτα. Ίσως δεν χρειάζεται πια να εξηγώ σε κανέναν.

Το κινητό άρχισε να δονείται ξανά. Στην οθόνη ένας αριθμός. Άργησα να συνειδητοποιήσω σε ποιον ανήκε. Τον είχα σβήσει πριν τρία χρόνια, αλλά τα ψηφία τα θυμήθηκα – Πολυξένη. Τρία χρόνια σιωπή και τώρα πρώτη κλήση. Παράξενη οικογένεια: θυμόμαστε ο ένας τον άλλον μόνο όταν κάτι σπάει.

Γύρισα το τηλέφωνο ανάποδα και επέστρεψα στο κρεμμύδι.

Η Ζωή μπήκε στην κουζίνα ξυπόλυτη, με τις πιτζάμες και τα μαλλιά λυτά. Τα έχει μέχρι τη μέση, στο χρώμα της βρεγμένης άμμου – όχι από μένα, από τη μητέρα του Εμμανουήλ.

– Μαμά, ποιος ήταν;

– Η γειτόνισσα της γιαγιάς. Έπεσε.

Στάθηκε στο κατώφλι. Δεκαεπτά χρονών, μισό κεφάλι ψηλότερη από μένα. Το πρόσωπό της είχε εκείνη τη σοβαρότητα που δεν μαλακώνει πια με το χαμόγελο.

– Πολύ άσχημα;

– Κάταγμα στο ισχίο. Θέλει χειρουργείο.

– Κι εσύ;

– Είπα πως πρέπει να πάει η θεία Πολυξένη.

Έγνεψε χωρίς έκπληξη. Πλησίασε, πήρε ήρεμα το μαχαίρι από το χέρι μου και συνέχισε να κόβει.

– Έκανες το σωστό.

– Δεν είμαι βέβαιη. Η Αγγελική είπε ότι δεν έχω ντροπή.

– Η Αγγελική δεν ξέρει.

– Είναι εβδομήντα, Ζωή. Ξέρει πολλά.

Με κοίταξε με τα γκριζοπράσινα μάτια του πατέρα της.

– Θυμάμαι, μαμά. Τον κουμπαρά θυμάμαι. Τον μπαμπά στην εντατική θυμάμαι. Εσένα να κλαις εδώ στην κουζίνα θυμάμαι. Ήμουν δεκατεσσάρων, δεν τα ξέχασα.

Γύρισα προς το παράθυρο.

– Δεν φοβάσαι μήπως γίνεις σαν εμένα;

– Σαν εσένα; Όχι. Φοβάμαι μήπως γίνω σαν εκείνη.

Ήταν Μάιος του είκοσι δύο. Ο Εμμανουήλ γύρισε από δρομολόγιο, μπήκε στο σπίτι και κάθισε στο πάτωμα του διαδρόμου. Δεν έβγαλε παπούτσια, ούτε μπουφάν. Ακούμπησε την πλάτη του στην κρεμάστρα και άπλωσε τα πόδια με τα λερωμένα άρβυλα πάνω στο χαλάκι.

– Αναστασία… δεν αισθάνομαι καλά.

Έτρεξα για το πιεσόμετρο. Οι αριθμοί έχουν χαραχτεί μέσα μου: διακόσια σαράντα με εκατόν είκοσι. Κάλεσα ασθενοφόρο χωρίς να τον ρωτήσω. Είναι πεισματάρης· μόνος του δεν θα πήγαινε ποτέ σε νοσοκομείο.

Το ασθενοφόρο έφτασε σε δώδεκα λεπτά. Μια νεαρή γιατρός κοίταξε το καρδιογράφημα και είπε απλώς: «Ετοιμαστείτε». Η Ζωή ετοίμασε μια τσάντα – κάλτσες, οδοντόβουρτσα, φορτιστή. Δεκατεσσάρων και δούλευε αμίλητη.

Στο νοσοκομείο ο διάδρομος ήταν κατάλευκος και μύριζε χλωρίνη. Τον πήραν στην εντατική κι εμένα με άφησαν να περιμένω. Στον τοίχο αφίσα: «Προστατέψτε την καρδιά σας», με έναν χαμογελαστό άντρα και αλτήρες. Ο Εμμανουήλ δεν σήκωσε ποτέ αλτήρες – μόνο άξονες φορτηγών.

Ύστερα από τρεις ώρες, ένας νεαρός γιατρός με γυαλιά βγήκε και κάθισε απέναντί μου.

– Χρειάζεται επέμβαση. Με το δημόσιο πρόγραμμα, η αναμονή είναι τρεις μήνες. Δεν θεωρείται επείγον, η κατάστασή του είναι βαριά αλλά σταθερή. Τρεις μήνες όμως είναι ρίσκο. Αν γίνει ιδιωτικά, μπορούμε μεθαύριο το πρωί – υπάρχει κενό. Το κόστος είναι διακόσιες χιλιάδες ευρώ, συν φάρμακα και θάλαμος, περίπου τριάντα χιλιάδες ακόμη.

Έγνεψα. Όταν πονάω, μόνο να γνέφω ξέρω.

– Ξέρω ότι είναι μεγάλο ποσό. Μιλήστε με συγγενείς. Μέχρι αύριο το βράδυ πρέπει να αποφασίσετε. Αν περιμένετε το πρόγραμμα, δεν μπορώ να σας υποσχεθώ τίποτα.

Έφυγε. Έμεινα με τη φράση «δεν μπορώ να σας υποσχεθώ» να χτυπάει μέσα μου.

Η Ζωή καθόταν δίπλα μου, κρατώντας το μπουφάν του – εκείνο το χοντρό, με τη μυρωδιά του πετρελαίου στο μανίκι. Δεν έκλαιγε. Μόνο ακουμπούσε πότε-πότε το μάγουλό της στον γιακά.

Στην κάρτα μου υπήρχαν δεκαεπτά χιλιάδες ευρώ. Στο συρτάρι – πενήντα…

Ψίθυροι Ζωής