“Ζεις σε αυτή την οικογένεια, τρως από τα χρήματά της, άρα θα πράξεις όπως σου λέμε!” — είπε η Αγγελική Λεοντιάδη με κυνική οξύτητα

Σκληρή, αδικαιολόγητη πίεση καταπνίγει κάθε ελπίδα.
Ιστορίες

Σήκωσε το τηλέφωνο στο αυτί της.

— Πού βρίσκεσαι; — ακούστηκε η φωνή του Γεώργιου.

— Στο κέντρο.

— Η μητέρα μου θα περάσει στις έξι. Πρέπει να συζητήσουμε.

Η Αλεξάνδρα στάθηκε για μια στιγμή στην είσοδο του εμπορικού, κοιτώντας αφηρημένα τον δρόμο.

— Ξέρω ότι επιχειρήσατε να εκδώσετε αντίγραφο των εγγράφων μου, — είπε ήρεμα. Ούτε ένταση ούτε θυμός· μόνο σταθερότητα.

Ακολούθησε σιωπή. Πιο βαριά κι από τη χθεσινή.

— Τι ανοησίες είναι αυτές;

— Ο Σπυρίδων Παπακώστας, από το συμβολαιογραφείο στη Λεωφόρο Δημοκρατίας. Πριν τρεις εβδομάδες. Η αίτηση απορρίφθηκε.

Η παύση στην άλλη άκρη άλλαξε ποιότητα. Δεν ήταν πια αμηχανία· ήταν υπολογισμός.

— Κάποια παρεξήγηση θα έγινε, — αποκρίθηκε τελικά.

— Ίσως, — συμφώνησε εκείνη. — Γι’ αυτό και μπήκε απαγόρευση για οποιαδήποτε μεταβίβαση του ακινήτου. Προληπτικά. Σε περίπτωση… παρεξηγήσεων.

Έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβει να απαντήσει.

Στις έξι ακριβώς, η Αγγελική Λεοντιάδη εμφανίστηκε με το γνώριμο ύφος εκείνης που έρχεται να επιβάλει τάξη. Κάθισε στην πολυθρόνα της, ακούμπησε την τσάντα στα γόνατα και ίσιωσε την πλάτη.

Η Αλεξάνδρα πήρε θέση απέναντί της. Ο Γεώργιος έμεινε, όπως πάντα, στον καναπέ.

— Λοιπόν; — ξεκίνησε η πεθερά. — Ηρέμησες επιτέλους;

— Απόλυτα, — απάντησε η Αλεξάνδρα.

Κάτι στον τόνο της έκανε την Αγγελική να τη μετρήσει με μισόκλειστα μάτια.

— Τότε μπορούμε να μιλήσουμε λογικά.

— Φυσικά. — Έβγαλε από την τσάντα της ένα έγγραφο και το άφησε στο τραπεζάκι. — Όμως πρώτα θα ήθελα μια εξήγηση για το αίτημα έκδοσης αντιγράφου των τίτλων μου πριν από τρεις εβδομάδες.

Ο Γεώργιος τινάχτηκε, σηκώνοντας απότομα το κεφάλι. Η Αγγελική κοίταξε το χαρτί — και για πρώτη φορά από τότε που τη γνώριζε, δεν βρήκε αμέσως λόγια.

— Ήταν μια απλή διερευνητική ερώτηση, — παρενέβη ο Γεώργιος.

— Με προσπάθεια να εκδοθεί αντίγραφο του πιστοποιητικού κληρονομιάς μου, — διόρθωσε η Αλεξάνδρα. — Χωρίς εξουσιοδότηση. Χωρίς να το γνωρίζω.

— Μας κατηγορείς για κάτι; — η φωνή της Αγγελικής έγινε κοφτή, μα τώρα περιείχε και προσοχή.

— Δεν κατηγορώ. Ενημερώνω, — είπε ήσυχα. — Το διαμέρισμα είναι νομικά προστατευμένο. Συμβουλεύτηκα δικηγόρο. Περιουσία που αποκτήθηκε από κληρονομιά δεν διανέμεται σε περίπτωση διαζυγίου. Και τα γνωρίζω όλα αυτά.

Η λέξη «διαζύγιο» έπεσε ανάμεσά τους σαν πέτρα.

Ο Γεώργιος σηκώθηκε όρθιος.

— Κανείς δεν μιλά για διαζύγιο.

— Ούτε εγώ, — απάντησε. — Μιλώ για το δικαίωμά μου να ξέρω πού πατάω. Οικογενειακά.

Το «οικογενειακά» το επέστρεψε χωρίς ειρωνεία· απλώς στη θέση του.

Η Αγγελική σηκώθηκε, τράβηξε το σακάκι της και πήρε την τσάντα.

— Θα το συνεχίσουμε άλλη φορά, — είπε ψυχρά.

— Όπως θέλετε.

Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Ο Γεώργιος έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντάς την με ένα βλέμμα περίπλοκο — θυμός, αμηχανία, ίσως και μια σταγόνα σεβασμού. Έπειτα κατευθύνθηκε σιωπηλά προς την κουζίνα.

Η Αλεξάνδρα έμεινε μόνη στο σαλόνι.

Τα φώτα του δρόμου άναβαν ένα-ένα. Η πόλη βούιζε όπως πάντα — αδιάφορη, ασταμάτητη. Κάπου εκεί βρισκόταν το διαμέρισμα στη Λεωφόρο Ειρήνης, με το παλιό παρκέ που έτριζε και τα ξύλινα κουφώματα που είχε βάψει μόνη της, καλοκαίρι, με τα παράθυρα ανοιχτά στον ήλιο.

Πήρε το κινητό και έγραψε στην Ευαγγελία Αποστόλου: «Όλα καλά».

Στάθηκε μια στιγμή και πρόσθεσε: «Τα κατάφερα».

Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως — μία λέξη κι ένα χαμογελαστό εικονίδιο. Αρκούσε.

Σηκώθηκε και πήγε να βάλει νερό για τσάι. Η ζωή συνεχιζόταν. Αυτή τη φορά, με τους δικούς της όρους.

Το διαζύγιο εκδόθηκε τον Μάρτιο. Χωρίς σκηνές, χωρίς δικαστικές αίθουσες γεμάτες ένταση. Δύο υπογραφές, δύο ξεχωριστές έξοδοι.

Ο Γεώργιος δεν έφερε αντίρρηση. Ίσως κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα. Ίσως η Αγγελική του είπε επιτέλους κάτι συνετό. Η Αλεξάνδρα δεν μπήκε στη διαδικασία να το αναλύσει. Δεν την αφορούσε πια.

Το σπίτι στη Λεωφόρο Ειρήνης παρέμεινε δικό της. Όπως ήταν αυτονόητο.

Την πρώτη εβδομάδα μετά τη μετακόμιση άνοιγε κούτες και συνήθιζε τη νέα σιωπή. Όχι εκείνη τη βαριά που ακολουθεί έναν καβγά, αλλά μια ήρεμη, καθημερινή ησυχία: ο ήχος της τηλεόρασης από το διπλανό διαμέρισμα, το νερό που στάζει στη βρύση, το ξύλο που τρίζει κάτω από τα βήματά της.

Αυτό το τρίξιμο άρχισε να της φαίνεται παρήγορο.

Το πρώτο Σαββατοκύριακο η Ευαγγελία ήρθε με τον ανιψιό της και μερικές γλάστρες.

— Χρειάζεσαι πράσινο, — δήλωσε, τοποθετώντας τες στο περβάζι. — Και ίσως μια γάτα.

— Ας επιβιώσουν πρώτα τα φυτά, — γέλασε η Αλεξάνδρα.

Γέλιο ελαφρύ, αβίαστο. Είχε καιρό να ακουστεί έτσι.

Τον Απρίλιο της πρότειναν προαγωγή. Να αναλάβει επιτέλους το δικό της πρότζεκτ — εκείνο που ανέβαλλε δύο χρόνια. Παλιά, πάντα υπήρχε κάτι στο σπίτι που αποσπούσε την προσοχή της. Τώρα, τίποτα δεν την κρατούσε πίσω.

Κάποιες νύχτες καθόταν στο παράθυρο με μια κούπα τσάι και κοιτούσε τον δρόμο. Δεν αναμόχλευε το παρελθόν. Απλώς άφηνε τις σκέψεις να περνούν χωρίς βάρος. Ήταν μια καινούργια αίσθηση — και της ταίριαζε.

Μια φορά, η Ευαγγελία τη ρώτησε:

— Μετάνιωσες για κάτι;

Η Αλεξάνδρα σκέφτηκε ειλικρινά.

— Για τα τέσσερα χρόνια… λίγο. Για την απόφαση, καθόλου.

Η φίλη της έγνεψε. Δεν χρειάστηκαν άλλες ερωτήσεις.

Έξω, η πόλη συνέχιζε τον αδιάκοπο θόρυβό της — ίδια, απρόσωπη, ζωντανή. Μόνο που τώρα η Αλεξάνδρα περπατούσε μέσα της διαφορετικά. Χωρίς να κοιτάζει πίσω.

Ψίθυροι Ζωής