Είχαν έρθει να απλώσουν ρίζες. Να καταλάβουν χώρο. Σαν παράσιτα που τρυπώνουν από χαραμάδες.
Η Αναστασία Παπαδοπούλου διέκρινε πίσω από τον Στέφανο το αυτάρεσκο χαμόγελο του Παύλου Μακρή. Τα μάτια του γυάλιζαν καθώς επιθεωρούσε τον προθάλαμο, σαν να υπολόγιζε ήδη πού θα έβαζε τα πράγματά του.
— Έξω, — είπε χαμηλά η Αναστασία.
— Συγγνώμη; — ο Στέφανος Ρήγας πάγωσε. — Αναστασία, τι λες; Μην το τραβάς στα άκρα. Είμαι άντρας σου, έστω και… προσωρινά πρώην. Θα αποσύρουμε την αίτηση, τελειώνει εδώ.
— Σου είπα να φύγεις! — η φωνή της αντήχησε στην πολυκατοικία.
Δεν περίμενε απάντηση. Δεν υπήρχε πια χώρος για ευγένειες. Άρπαξε τον Στέφανο από τα πέτα του κοστουμιού του. Το ύφασμα τεντώθηκε επικίνδυνα.
— Τρελάθηκες; Άσε με! — στρίγκλισε εκείνος, προσπαθώντας να ξεμπλέξει τα χέρια της.
Η Αναστασία, που χρόνια δούλευε με πέτρα, τσιμέντο και βαριά σακιά χώματος, είχε δύναμη που δεν φαινόταν. Τον τράβηξε απότομα προς το μέρος της και αμέσως μετά τον έσπρωξε με όλη της την ορμή προς το κλιμακοστάσιο.
— Αυτό για το “σπάταλη”! — πέταξε μέσα από τα δόντια της.
Ο Στέφανος έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε προς τα πίσω, πέφτοντας πάνω στον Παύλο. Η ανθοδέσμη με τις παιώνιες γλίστρησε από τα χέρια τους και κατέληξε στο πάτωμα. Η Αναστασία την πάτησε χωρίς δισταγμό.
— Έχεις λυσσάξει; — ούρλιαξε η Αικατερίνη Δημητρίου, σηκώνοντας την τσάντα της απειλητικά. — Δεν ντρέπεσαι να αγγίζεις τον γιο μου;
Η οργή θόλωνε το βλέμμα της Αναστασίας. Έπιασε το χέρι της πεθεράς της πριν προλάβει να τη χτυπήσει και το τίναξε μακριά. Η γυναίκα, απροετοίμαστη για τέτοια αντίδραση, παραπάτησε. Το τακούνι της γύρισε, κι έπεσε στο πλατύσκαλο με μια κραυγή. Ένα παπούτσι κύλησε χτυπώντας στα σκαλιά.
Ο Στέφανος, μισοσηκωμένος, προσπαθούσε να σταθεί. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί από θυμό και ταπείνωση.
— Θα το πληρώσεις αυτό! — φώναξε, υψώνοντας τη γροθιά.
Προχώρησε προς το μέρος της, σίγουρος ότι θα τρομάξει. Πίστευε πως θα κάνει πίσω, όπως τόσες φορές.
Εκείνη όμως έκανε ένα βήμα μπροστά. Δεν υπερασπιζόταν μόνο το σπίτι. Υπερασπιζόταν τον κόπο του πατέρα της, τη στοργή της μητέρας της, την ίδια της την αξιοπρέπεια.
Έκλεισε τη γροθιά της άτσαλα, με τον αντίχειρα μέσα, και χτύπησε. Όλη η πίκρα και η προδοσία συγκεντρώθηκαν σε εκείνη τη μία κίνηση. Η γροθιά της βρήκε το ζυγωματικό του, κάτω από το μάτι.
Ακούστηκε ένας ξερός ήχος.
Ο Στέφανος κραύγασε και έπιασε το πρόσωπό του. Δεν περίμενε αντίσταση. Είχε συνηθίσει τα δάκρυα, όχι τα χτυπήματα. Ο πόνος τον άφησε άφωνο.
— Για την προδοσία, — είπε βαριά.
Τον άρπαξε από τον γιακά και τον τράβηξε με τόση δύναμη που τα κουμπιά τινάχτηκαν, αποκαλύπτοντας το άτονο στήθος του.
— Εξαφανίσου. Να μη σε ξαναδώ εδώ!
Εκείνος οπισθοχώρησε, μισοσκυφτός, με το ένα χέρι στο μάτι. Ο Παύλος, βλέποντας την οργή της, δεν σκέφτηκε καν να παρέμβει.
— Φεύγουμε, Στέφανε! Δεν είναι καλά! — φώναξε και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά δυο-δυο.
— Το παπούτσι μου! — θρηνούσε η Αικατερίνη Δημητρίου, προσπαθώντας να σηκωθεί στηριγμένη στον τοίχο.
Η Αναστασία γύρισε τον Στέφανο με δύναμη και του έδωσε μια γερή κλωτσιά χαμηλά στην πλάτη. Εκείνος κατρακύλησε στο κλιμακοστάσιο, μαζεύοντας σκόνη με το “ιταλικό” του κοστούμι.
— Χαθείτε από μπροστά μου! — στάθηκε στο κατώφλι, με τα μαλλιά ανακατεμένα, το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει. — Αν ξαναπατήσετε, δεν θα είμαι τόσο επιεικής!
Η Αικατερίνη, κρατώντας και τα δύο παπούτσια στο χέρι, κατέβαινε ξυπόλητη, απειλώντας με αστυνομίες και ψυχιατρεία. Ο Στέφανος την ακολουθούσε κουτσαίνοντας, χωρίς να τολμά να κοιτάξει πίσω. Το παντελόνι του είχε σκιστεί στη ραφή, αποκαλύπτοντας κατακόκκινο εσώρουχο, μα η ντροπή του ήταν μεγαλύτερη από κάθε γελοιοποίηση. Οι «σύμμαχοί» του διαλύθηκαν σαν ποντίκια.
Πόρτες άνοιξαν δειλά. Μερικοί γείτονες παρακολουθούσαν. Κάποιος γέλασε χαμηλόφωνα. Ο κύριος Γιώργος από τον τρίτο της έκανε ένα διακριτικό νεύμα επιδοκιμασίας.
Η Αναστασία έμεινε να τους κοιτά ώσπου οι θόρυβοι χάθηκαν. Το χέρι της πονούσε, η καρδιά της χτυπούσε μανιασμένα. Κι όμως, μέσα της ένιωθε απίστευτη ελαφρότητα. Δεν είχε απλώς διώξει τρεις ανθρώπους. Είχε ξεριζώσει από πάνω της την ταμπέλα του θύματος.
Σήκωσε από το πάτωμα τα λιωμένα λουλούδια και τα πέταξε στο κενό του κλιμακοστασίου.
— Πάρτε και το στεφάνι σας! — φώναξε ειρωνικά.
Έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Ησυχία.
Κοίταξε τις κοκκινισμένες αρθρώσεις της.
— Λοιπόν… — ψιθύρισε μέσα στο άδειο, δικό της πλέον διαμέρισμα. — Ώρα να φροντίσω τον κήπο μου.
Από τον δρόμο ακούστηκε συναγερμός αυτοκινήτου· προφανώς ο Στέφανος, μέσα στη βιασύνη και την ταραχή του, είχε χτυπήσει κάποιο όχημα. Εκείνος έχασε γυναίκα, σπίτι και αξιοπρέπεια μέσα σε λίγα λεπτά.
Η Αναστασία, αντίθετα, βρήκε τον εαυτό της.
