— Η μητέρα μου έχει δίκιο, — μουρμούρισε τελικά ο Στέφανος, αποφεύγοντας να την κοιτάξει κατάματα. — Είσαι σπάταλη. Ποτέ δεν ήξερες να διαχειρίζεσαι χρήματα. Αυτά τα… καλλιτεχνικά σου με τα βρύα και τα ξύλα δεν φέρνουν ούτε ένα ευρώ, κι όμως ξοδεύεις λες και είσαι βασίλισσα. Το δάνειο το πήρα εγώ, στο δικό μου όνομα, Αναστασία. Στο δικό μου! Κι εσύ είσαι απλώς μια όμορφη βιτρίνα για την οποία τώρα εγώ πληρώνω τόκους.
Κάτι μέσα της ράγισε οριστικά. Η τελευταία ελπίδα πως θα την υπερασπιζόταν διαλύθηκε, αφήνοντας πίσω μόνο ψυχρή απογοήτευση. Κοίταζε τον άντρα που αγαπούσε δύο χρόνια και έβλεπε έναν ξένο: μικρόψυχο, φοβισμένο, δεμένο στο φουστάνι της μητέρας του.
— Βιτρίνα; — επανέλαβε αργά. — Όταν μου ζήτησες να σε παντρευτώ, κρατούσες και κομπιουτεράκι για να υπολογίζεις;
— Μη σηκώνεις τόνο! — πετάχτηκε η Αικατερίνη Δημητρίου. — Τώρα έμαθες να μιλάς; Αν είχες τσίπα, θα ήσουν στα πόδια του άντρα σου και θα σκεφτόσουν πώς θα ξεχρεώσετε. Πούλα τη γούνα σου. Ή τα κοσμήματα που σου φόρτωσαν οι δικοί σου.
— Ποια κοσμήματα, Κατερίνα; — ανακατεύτηκε ο θείος Γιώργος Βλάχος. — Ψεύτικα είναι όλα. Το είπα από την αρχή, παρωδία γάμου. Στέφανε, την πάτησες γερά. Πήρες κοπέλα χωρίς προίκα και με απαιτήσεις.
Η Αναστασία γύρισε προς τον σύζυγό της, περιμένοντας έστω μια λέξη υπεράσπισης. Εκείνος όμως ένευσε καταφατικά.
— Ο θείος έχει δίκιο. Πίστευα ότι θα είμαστε ομάδα, Αναστασία. Κι εσύ… αποδείχτηκες βάρος.
Η απογοήτευση μετατράπηκε σε καθαρή, καυτή οργή. Παρ’ όλα αυτά, το μυαλό της έμενε καθαρό. Σε μια στιγμή είδε μπροστά της όλο το μέλλον: γκρίνια για κάθε ευρώ, έλεγχο από την πεθερά, έναν άντρα που θα κλαψουρίζει και θα κατηγορεί.
— Δεν είμαι βάρος, — είπε χαμηλόφωνα. — Είμαι η γυναίκα σου. Ή μάλλον… ήμουν.
— Τι πάει να πει “ήμουν”; — ανησύχησε η Αικατερίνη. — Μη λες ανοησίες. Τώρα έχεις υποχρεώσεις. Στο εξοχικό έχουμε χωράφι ακαλλιέργητο, και στο διαμέρισμα του Στέφανου χρειάζονται δουλειές. Τελείωσαν τα εύκολα, κορίτσι μου. Στρώσου στη δουλειά.
Ο Στέφανος στάθηκε μπροστά στο παράθυρο, γυρίζοντάς της επιδεικτικά την πλάτη.
— Ειλικρινά, μετανιώνω που παντρευτήκαμε, — είπε κοιτώντας το σκοτάδι. — Βιαστήκαμε. Έπρεπε να δοκιμάσουμε πρώτα να ζήσουμε μαζί. Και τώρα αυτός ο βραχνάς… το δάνειο, εσύ… Να σου πω την αλήθεια, Αναστασία, με απωθείς. Στέκεσαι εκεί με φόρεμα σαράντα χιλιάδων και δεν προσφέρεις τίποτα.
Οι λέξεις έμειναν να αιωρούνται: «μετανιώνω», «με απωθείς».
Η Αναστασία ίσιωσε τους ώμους. Δεν ένιωθε πια νύφη. Πλησίασε σιωπηλά την ντουλάπα και έβγαλε τη βαλίτσα της.
— Πού νομίζεις ότι πας; — φώναξε η πεθερά. — Δεν τελειώσαμε! Ποιος θα πληρώσει;
Χωρίς να απαντήσει, έβγαλε το πέπλο και το πέταξε πάνω στο κρεβάτι, ανάμεσα στα σκορπισμένα χαρτονομίσματα.
— Κράτα το, — είπε στον Στέφανο. — Πούλησέ το. Ίσως πάρεις κάτι.
Στο μπάνιο άλλαξε γρήγορα, φορώντας τζιν και ένα απλό μπλουζάκι, ενώ απ’ έξω οι συγγενείς συνέχιζαν τον «οικογενειακό συμβούλιο». Όταν βγήκε, είδε μητέρα και γιο να μετρούν ξανά τα χρήματα, και τον θείο Γιώργο να τελειώνει τη σαμπάνια κατευθείαν από το μπουκάλι.
— Φεύγω, — ανακοίνωσε.
— Τράβα όπου θες! — απάντησε ο Στέφανος. — Θα δούμε πού θα καταλήξεις. Σε δυο μέρες θα γυρίσεις.
— Άσ’ τη να φύγει, — συμπλήρωσε η Αικατερίνη. — Καλύτερα τώρα, πριν μπλέξουμε με παιδιά. Αύριο κιόλας καταθέτουμε αίτηση διαζυγίου. Ευτυχώς το προλάβαμε.
Η πόρτα του δωματίου έκλεισε πίσω της με δύναμη. Ο διάδρομος του ξενοδοχείου ήταν βυθισμένος στη σιωπή· της φάνηκε σαν λυτρωτική μελωδία σε σύγκριση με τη χυδαιότητα που άφηνε πίσω.
Το ταξί τη διέσχιζε την νυχτερινή πόλη ώσπου έφτασε στο πατρικό.
Οι γονείς της δεν είχαν κοιμηθεί. Ο Ανδρέας Αποστόλου καθόταν στην κουζίνα, ενώ η Όλγα Νικολαΐδου ετοίμαζε νερό για τσάι. Μόλις την είδαν με τη βαλίτσα, χωρίς σύζυγο και με δάκρυα που ξέσπασαν μόλις πέρασε το κατώφλι, δεν έκαναν περιττές ερωτήσεις.
— Σε πείραξε; — ρώτησε μόνο ο πατέρας της, ήρεμος αλλά σφιγμένος.
Η Αναστασία τα είπε όλα: για το δάνειο, για τις ογδόντα χιλιάδες, για τις προσβολές, για το «μετανιώνω» και το «βάρος».
Η μητέρα της έφερε το χέρι στο στόμα. Ο πατέρας της έσφιξε τα δόντια.
— Ντροπή τους, — είπε χαμηλά. — Μικρόψυχοι και άπληστοι.
— Μπαμπά, είπαν ότι εσείς… ότι εμείς είμαστε φτωχοί.
