— Έχεις συνειδητοποιήσει, Αναστασία Παπαδοπούλου, σε τι μπλέξαμε; — η φωνή του Στέφανου Ρήγα έτρεμε, όχι από συγκίνηση για την πρώτη τους νύχτα ως παντρεμένοι, αλλά από έναν κολλώδη, ασφυκτικό φόβο. Καθόταν στην άκρη του μεγάλου κρεβατιού, που ήταν σκεπασμένο με ανοιγμένους φακέλους, και με νευρικές κινήσεις μετρούσε ξανά και ξανά τα χαρτονομίσματα. — Ξέρεις καν να κάνεις μια απλή πράξη; Ή το μυαλό σου είναι γεμάτο μόνο με φυτοσυνθέσεις και εκείνα τα γελοία βρύα σου;
Η Αναστασία στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και πάλευε να κατεβάσει το φερμουάρ του βαριού νυφικού της. Γύρισε αργά προς το μέρος του, νιώθοντας ένα ψυχρό κύμα να την πλημμυρίζει. Πριν από μία ώρα γελούσαν, χόρευαν, δέχονταν ευχές. Τώρα, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, η ατμόσφαιρα είχε γίνει αποπνικτική.
— Στέφανε, ηρέμησε, — είπε ήρεμα, προσπαθώντας να μαλακώσει την ένταση. — Δεν βγήκαν τα έξοδα, εντάξει. Και λοιπόν; Τον γάμο τον κάναμε για εμάς, για τη μνήμη μας. Το δάνειο θα το ξεχρεώσουμε σταδιακά. Θα αναλάβω μερικά μεγάλα έργα πρασίνου σε εταιρείες, εσύ θα πάρεις το μπόνους από το κέντρο δραστηριοτήτων σου. Είμαστε πλέον οικογένεια.
— Οικογένεια; — πετάχτηκε όρθιος απότομα. Το ακριβό του κοστούμι είχε τσαλακωθεί, η γραβάτα κρεμόταν στραβά, κι έμοιαζε με ζώο στριμωγμένο σε γωνία. — Ακούς τι λες; «Για τη μνήμη»; Πήρα τριακόσιες χιλιάδες ευρώ δάνειο! Τριακόσιες! Και εδώ… — άρπαξε τα χρήματα και τα ανακάτεψε σαν να ήταν σκουπίδια — έχουμε ογδόντα χιλιάδες. Ογδόντα! Είναι ντροπή. Απόλυτο κενό. Οι συγγενείς σου είναι άφραγκοι, Αναστασία. Ήρθαν μόνο για να φάνε δωρεάν;
Η Αναστασία ακινητοποιήθηκε. Η κατανόηση που ένιωθε πριν, άρχισε να μετατρέπεται σε ψυχραιμία με κόπο συγκρατημένη. Ήξερε πως ήταν εξαντλημένος, πως η ένταση της ημέρας τον είχε διαλύσει. Τα χρήματα έρχονται και φεύγουν. Έπρεπε να περάσει η καταιγίδα.

— Μη μιλάς έτσι για τους γονείς μου και τις θείες μου, — απάντησε χαμηλόφωνα αλλά σταθερά. — Έδωσαν ό,τι μπορούσαν. Η θεία Ειρήνη Σιδέρη μεγαλώνει μόνη της δύο παιδιά, το ξέρεις. Και ο θείος Μιχαήλ Ανδρεάδης…
— Δεν με ενδιαφέρει ο Μιχαήλ Ανδρεάδης! — τη διέκοψε, αρχίζοντας να βηματίζει νευρικά. — Περίμενα αξιοπρεπή ποσά. Υπολόγιζα ότι θα κλείσουμε το δάνειο και θα μας μείνει και κάτι για προκαταβολή σπιτιού. Αντί γι’ αυτό, βούλιαξα. Και ξέρεις γιατί; Εξαιτίας σου. Εσύ ήθελες ξενοδοχείο πολυτελείας. Εσύ επέμενες για εκείνες τις εξωφρενικά ακριβές παιώνιες μέσα στον Οκτώβριο.
— Τα αποφασίσαμε μαζί. Εσύ δεν έλεγες πως ήθελες να ζηλέψουν όλοι οι φίλοι σου; Εσύ δεν ήθελες να κάνεις εντύπωση;
Ένα επίμονο, βαρύ χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Όχι διακριτικό· απαιτητικό.
— Η μητέρα μου, — ψιθύρισε ο Στέφανος, και στα μάτια του άστραψε μια παράξενη ανακούφιση.
Έτρεξε να ανοίξει. Στο δωμάτιο μπήκε η Αικατερίνη Δημητρίου, τυλιγμένη σε μετάξια και βαριά αρώματα. Πίσω της ακολούθησε ο Γεώργιος Βλάχος, ο διαζευγμένος αδελφός της, μασώντας αδιάφορα μια οδοντογλυφίδα.
— Λοιπόν, αγόρι μου; — η Αικατερίνη Δημητρίου δεν καταδέχτηκε καν να κοιτάξει τη νύφη. Κατευθύνθηκε κατευθείαν προς το κρεβάτι με τα χρήματα. — Κάνατε τον απολογισμό; Το ήξερα ότι έτσι θα καταλήξει. Το ένιωθα.
— Μαμά, είναι καταστροφή, — παραπονέθηκε ο Στέφανος, καμπουριάζοντας σαν πληγωμένο παιδί. — Μόνο ογδόντα χιλιάδες. Μας άδειασαν κανονικά.
Η Αικατερίνη άγγιξε με περιφρόνηση τη στοίβα.
— Σου το είχα πει, — είπε δηλητηριωδώς, στρέφοντας το παγωμένο της βλέμμα στην Αναστασία. — Οι δικοί σου ήρθαν να χορτάσουν και τίποτα παραπάνω. Εμείς βάλαμε το χέρι στην τσέπη. Ο Γεώργιος Βλάχος έδωσε δέκα χιλιάδες, χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι δικοί σου;
— Έφεραν φακέλους. Και δώρα, — ψέλλισε η Αναστασία, αρνούμενη να πιστέψει πως αυτή ήταν η πραγματικότητά της.
— Δώρα; — γέλασε τραχιά ο Γεώργιος, βολευόμενος στην πολυθρόνα. — Σεντόνια και σερβίτσια; Με αυτά θα ξεχρεώσετε τριακόσιες χιλιάδες ευρώ; Ο Στέφανος μπήκε μέσα μέχρι τον λαιμό. Κι εσύ στέκεσαι και μας κοιτάς άφωνη.
Η Αναστασία στράφηκε στον άντρα της, αγνοώντας τους άλλους.
— Στέφανε, πες τους να φύγουν. Πρέπει να μιλήσουμε οι δυο μας. Είναι η νύχτα μας. Τα προβλήματα είναι δικά μας.
Εκείνος δίστασε. Το βλέμμα του πήγε από τη μητέρα του σε εκείνη. Στα μάτια του δεν υπήρχε συμπαράσταση, μόνο πικρία και μια παράξενη μικροπρέπεια.
— Η μαμά έχει δίκιο… — άρχισε, παίρνοντας βαθιά ανάσα, έτοιμος να συνεχίσει.
