“Μήπως να το αποφύγουμε αυτή τη φορά;” είπε χαμηλόφωνα η Μαρία καθώς ο Γιώργος αγνόησε την πρόταση

Απαράδεκτη αδιαφορία, πνιγηρή μοναξιά μέσα σε εξαναγκασμένη φιλοξενία.
Ιστορίες

Η Παρασκευή Αντωνίου πήρε αμέσως τον λόγο, συνεχίζοντας το ίδιο επικριτικό μοτίβο.

— Κι εγώ έλεγα τις προάλλες πως δεν θα σας έπεφτε άσχημα μια ανακαίνιση, — πρόσθεσε. — Οι ταπετσαρίες έχουν ξεθωριάσει εντελώς. Και, τέλος πάντων, ένα νέο ζευγάρι οφείλει να σχεδιάζει το αύριο πιο σοβαρά.

Η Μαρία Κωνσταντίνου δεν απάντησε. Έσπρωχνε μηχανικά το πιρούνι στο πιάτο της, προσπαθώντας να πνίξει τις φωνές που την τρυπούσαν. Όταν όμως έφερε το κυρίως πιάτο —το κοτόπουλο με τη βελούδινη σάλτσα που πάντα πετύχαινε— η Παρασκευή δοκίμασε μια μπουκιά και συνοφρυώθηκε επιδεικτικά.

— Απορώ πώς βρέθηκε άντρας να σε παντρευτεί με τέτοιες… δεξιότητες στην κουζίνα, — ξεστόμισε χωρίς περιστροφές. — Το κρέας άνοστο και η σάλτσα νερουλή. Στα δικά μας χρόνια, τα κορίτσια μάθαιναν από μικρά να μαγειρεύουν σωστά.

Η Ελένη Δημητρίου γέλασε πνιχτά.

— Μην είσαι τόσο αυστηρή, θεία. Τουλάχιστον η Μαρία είναι αδύνατη. Αν και… ίσως υπερβολικά. Δείχνεις κάπως χλωμή, Μαρία. Πέντε-έξι κιλά παραπάνω δεν θα σου έκαναν κακό. Εκτός αν δεν φτάνουν τα χρήματα για κανονικό φαγητό.

Ο Κώστας Νικολάου άφησε το πιρούνι του με θόρυβο.

— Πήγα πριν λίγο στο μπάνιο, — είπε. — Υπάρχει μούχλα ανάμεσα στα πλακάκια. Αυτά είναι θέματα που η νοικοκυρά πρέπει να τα προσέχει. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο από άποψη υγιεινής.

Κάτι μέσα στη Μαρία έσπασε. Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα της, νιώθοντας ένα κύμα που χρόνια ολόκληρα κρατούσε φυλακισμένο να ανεβαίνει με ορμή. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος την κοίταξε απορημένος.

— Μαρία; Πού πας;

Το βλέμμα της πέρασε από πρόσωπο σε πρόσωπο: το ειρωνικό χαμόγελο της Ελένης, την αυτάρεσκη ικανοποίηση του Κώστα, τη μόνιμη δυσφορία χαραγμένη στο πρόσωπο της Παρασκευής.

— Ξέρετε κάτι; — είπε χαμηλόφωνα, αλλά με καθαρή άρθρωση. — Ως εδώ.

Προχώρησε προς την είσοδο και άνοιξε διάπλατα την πόρτα.

— Δεν θέλω να σας ξαναδώ σε αυτό το σπίτι. Από σήμερα δεν σημαίνετε τίποτα για μένα.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Η Ελένη συνήλθε πρώτη.

— Μαρία, έχεις χάσει τα λογικά σου; Είμαστε οικογένεια!

— Οικογένεια; — γέλασε πικρά η Μαρία. — Οικογένεια είναι να υπάρχει σεβασμός. Εσείς έρχεστε χρόνια τώρα, τρώτε στο τραπέζι μου, σχολιάζετε κάθε γωνιά του σπιτιού και νομίζετε ότι αυτό είναι φυσιολογικό.

Ο Γιώργος σηκώθηκε αμήχανα.

— Ηρέμησε… Δεν το κάνουν από κακία.

— Όχι από κακία; — στράφηκε προς εκείνον. Στα μάτια της καθρεφτιζόταν κούραση, πόνος, αλλά και μια αμετακίνητη απόφαση. — Αν πεις άλλη μία λέξη για να τους δικαιολογήσεις, μπορείς να φύγεις μαζί τους. Εγώ κρατάω αυτό το σπίτι και δεν θα ανεχτώ άλλη προσβολή.

Εκείνος άνοιξε το στόμα, μα όταν αντίκρισε το βλέμμα της, σώπασε.

Η Παρασκευή αγανάκτησε.

— Πώς τολμάς να μας μιλάς έτσι; Είμαστε μεγαλύτεροι, ξέρουμε καλύτερα! Η νεολαία έχει ξεφύγει!

— Έξω! — επανέλαβε η Μαρία, ακλόνητη στο κατώφλι. — Αμέσως έξω από το σπίτι μου.

Η Ελένη σηκώθηκε απότομα, με κομμένη ανάσα.

— Γιώργο, δεν θα το επιτρέψεις…

Ψίθυροι Ζωής