…και σχεδόν τραγουδιστά απάντησε στο τηλέφωνο, πριν κλειστεί βιαστικά στο μπάνιο — το μοναδικό σημείο του σπιτιού όπου είχε απομείνει μια σκιά από την παλιά του άνεση. Αν και ούτε εκεί είχαν μείνει πολλά: ακόμη και το χαρτί υγείας καλής ποιότητας το είχε πάρει η Μαρίνα Παπαδοπούλου, αφήνοντας στη θέση του ένα σκληρό, γκρίζο ρολό που θύμιζε χαρτόνι.
Το πρωί της Παρασκευής, η Μαρίνα του παρέδωσε τα κλειδιά χωρίς πολλές κουβέντες. Ο Παναγιώτης Δημητρίου τα πήρε σαστισμένος, κι εκείνη έφυγε με μια μικρή βαλίτσα για το σπίτι της μητέρας της.
Η Σταματία Γεωργίου πλησίαζε τα ογδόντα, όμως στεκόταν όρθια σαν κυπαρίσσι. Η φωνή της αντηχούσε σαν καμπάνα και το πείσμα της έμοιαζε σφυρηλατημένο από καθαρό ατσάλι. Ζούσε σε έναν περιποιημένο οικισμό λίγο έξω από την πόλη, καλλιεργούσε εκλεκτές ποικιλίες ντομάτας και κάθε βράδυ παρακολουθούσε πολιτικές εκπομπές, μαλώνοντας με τους παρουσιαστές τόσο έντονα που ο γάτος της κρυβόταν τρομαγμένος κάτω από τον καναπέ.
Όταν η Μαρίνα πέρασε το κατώφλι και της εξήγησε τι είχε συμβεί, η Σταματία άφησε στη μέση το ζύμωμα.
— Δηλαδή το σπίτι είναι δικό του; — ρώτησε αργά, και στα μάτια της άστραψε μια ζωηρή, σχεδόν νεανική σπίθα. — Και τους τοίχους αυτός τους έβαψε;
— Τους κόλλησε ταπετσαρία, μαμά. Το ’98. Και ακόμη ξεκολλάει στις γωνίες.
— Κοίτα να δεις εργατικότητα! Εγώ νόμιζα πως μόνο σταυρόλεξα ήξερε να λύνει, — σχολίασε σκουπίζοντας τα χέρια της από το αλεύρι. — Δανάη Καραγιάννη, ε; Με άρπα και λιβάνια; Ωραία. Ας χαρούν τον έρωτά τους. Τρεις μέρες αρκετές είναι. Την Τρίτη, Μαρινάκι μου, θα κατέβουμε στην πόλη.
Ένα τηλεφώνημα στον ανιψιό της, που εργαζόταν σε μεσιτικό γραφείο, ήταν αρκετό. Η Σταματία ζήτησε τον πιο τολμηρό και φλύαρο μεσίτη που διέθεταν. Και εμφανίστηκε ο Ανδρέας Νικολάου: νεαρός, με κοστούμι φτηνό αλλά γυαλιστερό, και με αυτοπεποίθηση ικανή να πουλήσει άμμο σε παραλία.
Το απόγευμα της Τρίτης, στο διαμέρισμα επικρατούσε ρομαντική… ατμόσφαιρα. Ο Παναγιώτης και η Δανάη κάθονταν στην κουζίνα. Εκείνη, ντυμένη με λινό φόρεμα που έπεφτε φαρδύ γύρω της και στολισμένη με δεκάδες ξύλινες χάντρες, έκαιγε αποξηραμένη αψιθιά για να «εξαγνίσει την ενέργεια από τα κατάλοιπα της πρώην». Η μυρωδιά ήταν τόσο βαριά που έμοιαζε σαν να καιγόταν σκούπα. Στο μάτι της κουζίνας, μέσα στη μοναδική κατσαρόλα που είχε απομείνει, έβραζε μελαγχολικά λίγη φακή.
— Παναγιώτη μου, ψυχή μου, — έλεγε με ύφος ονειροπόλο η Δανάη, ισιώνοντας τις χάντρες της. — Ο χώρος έχει βαριά αύρα, αλλά θα τον μεταμορφώσουμε. Θα ρίξουμε αυτόν τον τοίχο, θα ενωθεί με την κουζίνα, κι εδώ θα στήσω τον αργαλειό μου…
Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά.
Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Στο κατώφλι στάθηκε η Σταματία Γεωργίου, ακουμπώντας στο μπαστούνι της που στα χέρια της έμοιαζε με βασιλικό σκήπτρο. Πίσω της η Μαρίνα, με ένα ελαφρύ, ανεξιχνίαστο χαμόγελο. Και αμέσως μετά μπήκε ορμητικά ο Ανδρέας, συνοδευόμενος από μια πενταμελή οικογένεια — υποψήφιους αγοραστές.
— Παρακαλώ, περάστε! — αντήχησε η φωνή του μεσίτη, αγνοώντας τον αποσβολωμένο Παναγιώτη στο χολ. — Δείτε τη διαρρύθμιση! Τρία υπνοδωμάτια, παράθυρα μπρος-πίσω, ξεχωριστό μπάνιο και τουαλέτα. Η ανακαίνιση είναι παλιάς κοπής, αλλά η τιμή εξαιρετική!
Οι επισκέπτες διασκορπίστηκαν αμέσως, τα παιδιά έτρεξαν στα δωμάτια, ανοίγοντας ντουλάπες και φωνάζοντας ενθουσιασμένα.
Ο Παναγιώτης χλώμιασε, ύστερα κοκκίνισε, και με βραχνή φωνή κατάφερε να πει:
— Μαρίνα… κυρία Σταματία… τι σημαίνουν όλα αυτά; Αυτό είναι το σπίτι μου! Θα καλέσω την αστυνομία! Πρόκειται για παράνομη εισβολή!
Η Σταματία τον πλησίασε αργά. Από την τεράστια τσάντα της έβγαλε έναν διάφανο φάκελο και τράβηξε ένα επίσημο έγγραφο.
— Εισβολή, λες; — η φωνή της αντήχησε στον διάδρομο, σκεπάζοντας τις παιδικές φωνές. — Εδώ είναι το απόσπασμα από το Κτηματολόγιο. Ιδιοκτήτρια: Σταματία Γεωργίου. Δηλαδή εγώ. Εσύ, Παναγιώτη, απλώς ήσουν δηλωμένος ως ένοικος. Από καλοσύνη.
— Πώς… τι εννοείτε; — ο Παναγιώτης άρχισε να αρπάζει αέρα με το στόμα του, σαν ψάρι έξω από το νερό, ανίκανος να καταλάβει πώς το έδαφος κάτω από τα πόδια του είχε μόλις εξαφανιστεί.
