“Είναι στο πλατύσκαλο χωρίς μπουφάν” — η Φοίβη τηλεφώνησε ανήσυχη και η Ελένη άφησε την ποδιά για να τρέξει στο σπίτι

Απαίσιο, η σιωπή μπροστά στην κλειδωμένη πόρτα.
Ιστορίες

Άγγιξε το χερούλι, το κατέβασε αργά και έσπρωξε την πόρτα.

Ο Δημήτριος Οικονόμου καθόταν στο κρεβάτι, τυλιγμένος με το μπουρνούζι του σπιτιού. Δίπλα του στεκόταν μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, με κοντά, σκούρα μαλλιά. Φορούσε μια δική του μπλούζα, που της έφτανε ως τους μηρούς.

Και οι δύο γύρισαν ταυτόχρονα προς την είσοδο.

Για λίγες στιγμές επικράτησε παγωμένη σιωπή. Ύστερα η Ελένη Παύλου έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και κάρφωσε το βλέμμα της στην άγνωστη.

— Φύγε.

Η γυναίκα πετάχτηκε όρθια, άρπαξε βιαστικά τα ρούχα της από την καρέκλα και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Ακούστηκε να σκοντάφτει στο χολ, να ψάχνει τα παπούτσια της, και μετά η εξώπορτα έκλεισε απότομα.

Ησυχία.

Ο Δημήτριος δεν σηκώθηκε. Έμεινε ακίνητος, μισοξαπλωμένος στα μαξιλάρια, παρατηρώντας τη γυναίκα του χωρίς ίχνος αμηχανίας. Στο πρόσωπό του δεν διακρινόταν ούτε τύψη ούτε ντροπή.

— Έβγαλες την κόρη σου στο κλιμακοστάσιο, είπε η Ελένη με χαμηλή φωνή. Ένα παιδί πέντε χρονών. Για αυτό;

— Δεν είναι δική μου κόρη.

— Σε δεκαεπτά χρόνια δεν σε πρόδωσα ούτε μία φορά.

Εκείνος χαμογέλασε ειρωνικά.

— Έτσι λες εσύ. Η μητέρα μου μού έδειξε φωτογραφίες. Έβαλε δίπλα-δίπλα την Αγγελική Παπαδημητρίου με συγγενείς μας, με δικούς σου. Είδε διαφορές. Στα μάτια, στο σχήμα τους. Δεν μοιάζει σε κανέναν μας.

Στην αρχή δεν ήθελα να το δεχτώ. Μετά όμως το πρόσεξα κι εγώ. Δεν είναι αίμα μου.

— Μπορούμε να κάνουμε εξέταση DNA, απάντησε εκείνη σταθερά. Αύριο κιόλας. Απόψε κλείνουμε ραντεβού. Σε μια εβδομάδα θα έχεις το αποτέλεσμα και θα δεις την αλήθεια.

— Δεν χρειάζομαι καμία εξέταση. Εμπιστεύομαι τη μητέρα μου.

— Πιο πολύ από εμένα;

— Μου είπες ψέματα. Και ποιος ξέρει; Ίσως ούτε η Φοίβη Ορφανίδου να είναι δική μου.

Κάτι μέσα της πάγωσε. Δεν ήταν πόνος, ούτε θυμός. Ήταν μια απόσταση που άνοιγε ξαφνικά ανάμεσά τους, σαν ρωγμή. Ο άντρας που είχε παντρευτεί έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί. Στη θέση του στεκόταν ένας ξένος, που προτιμούσε τις υποψίες από τα γεγονότα.

— Εντάξει, είπε ήρεμα. Θα πάρω τα πράγματα των παιδιών.

Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο των κοριτσιών. Έβγαλε μια βαλίτσα από τη ντουλάπα και άρχισε να διπλώνει ρούχα, πιτζάμες, εσώρουχα, ό,τι θα τους ήταν απαραίτητο για τις επόμενες ημέρες.

Ο Δημήτριος εμφανίστηκε στο κατώφλι, πλέον ντυμένος με τζιν και πουλόβερ. Την παρακολουθούσε σιωπηλός, με τα χέρια σταυρωμένα.

Όταν εκείνη έκλεισε το φερμουάρ, μίλησε.

— Αν φεύγεις χωρίς να πεις κουβέντα, τότε κάτι κρύβεις. Άρα είχαμε δίκιο εγώ και η μητέρα μου.

Η Ελένη σήκωσε τη βαλίτσα, πέρασε την τσάντα στον ώμο και βάδισε προς την έξοδο.

— Τα χαρτιά των παιδιών είναι στο συρτάρι του γραφείου, της φώναξε. Πιστοποιητικά, βιβλιάρια υγείας. Πάρε τα.

Στάθηκε, γύρισε πίσω, άνοιξε το συρτάρι και πήρε τον φάκελο. Τον έβαλε προσεκτικά στην τσάντα της.

— Θα το μετανιώσεις, συνέχισε εκείνος. Όταν αποκαλυφθούν όλα και δεν θα μπορείς να κρύβεσαι πίσω από ψέματα, θα θυμηθείς τα λόγια μου.

Άνοιξε την πόρτα και πριν περάσει το κατώφλι τον κοίταξε για τελευταία φορά. Το ύφος του βέβαιο, σχεδόν αυτάρεσκο.

— Όλα έχουν ήδη φανερωθεί, του απάντησε. Σε μια μέρα έμαθα για σένα περισσότερα απ’ όσα σε δεκαεπτά χρόνια.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της ήσυχα, χωρίς να τη χτυπήσει. Κατέβηκε με το ασανσέρ, τοποθέτησε τη βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ και κάθισε στη θέση του οδηγού. Για λίγα λεπτά έμεινε ακίνητη, κοιτάζοντας την αυλή, την παιδική χαρά όπου κάθε απόγευμα πήγαινε με την Αγγελική. Ύστερα έβαλε μπροστά και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της αδελφής της, της Παναγιώτας Ρήγας.

Η Παναγιώτα την άκουσε χωρίς να τη διακόψει. Τα κορίτσια κοιμόντουσαν ήδη, εξαντλημένα από όσα είχαν συμβεί. Στην κουζίνα, κάτω από το φως της λάμπας, η Ελένη διηγήθηκε για το παλτό στην κρεμάστρα, τα γέλια πίσω από την κλειστή πόρτα, τις κατηγορίες.

Η αδελφή της της γέμισε ξανά το φλιτζάνι με τσάι και της έσπρωξε ένα πιάτο με μπισκότα.

— Πρέπει να μείνουμε κάπου προσωρινά, είπε η Ελένη. Το διαμέρισμα που νοικιάζω θα αδειάσει στις είκοσι του μήνα. Μόλις φύγουν οι ενοικιαστές, θα μετακομίσουμε εκεί.

— Θα μείνετε εδώ όσο χρειαστεί, απάντησε η Παναγιώτα. Δύο δωμάτια έχω, ο καναπές ανοίγει. Θα τα καταφέρουμε.

— Σε ευχαριστώ. Θα ζητήσω διαζύγιο.

Η Παναγιώτα έγνεψε καταφατικά. Δεν προσπάθησε να την αποτρέψει ούτε να της δώσει συμβουλές. Απλώς άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε πάνω στο δικό της.

— Αύριο έχει γενέθλια ο Ανδρέας Καραμανλής, μουρμούρισε η Ελένη. Του είχα υποσχεθεί ότι θα βοηθήσω στο τραπέζι.

— Άσε τα τραπέζια. Θα τα αναλάβω εγώ. Εσύ έχεις σοβαρότερα να σκεφτείς τώρα.

Οι επόμενες δύο εβδομάδες κύλησαν με την Ελένη σε διαρκή κίνηση. Κάθε μέρα έμοιαζε να ξεκινά πριν ακόμη τελειώσει η προηγούμενη.

Ψίθυροι Ζωής