— Στην ποιότητα της ζωής μας, — απάντησε με ύφος ειδικού επί των επενδύσεων. — Να ξέρεις, τα ζευγάρια που κάθονται σε καλό καναπέ μαλώνουν λιγότερο.
— Τότε εμείς θα έπρεπε να έχουμε θρόνο από χρυσάφι, — του πέταξε.
— Μη μου αλλάζεις θέμα. Κοίτα κι αυτό. Τηλεόραση, μεγάλη, σε προσφορά. Τελευταία μέρα.
— Οι προσφορές έχουν πάντα «τελευταία μέρα». Έτσι δουλεύει το κόλπο, Αλέξανδρε.
— Δεν γίνεται να φερόμαστε σαν φτωχοί συγγενείς, ενώ δεν είμαστε πια.
Η Ιωάννα τον παρατηρούσε χωρίς να αντιδρά. Ίσως γιατί είχε κουραστεί κι εκείνη να ζει μαζεμένη, να υπολογίζει και το τελευταίο ευρώ πριν το ξοδέψει. Ήθελε λίγο αέρα, λίγο χώρο, κάτι που να μη μυρίζει μόνιμη αναβολή. Έτσι αγόρασαν τον καναπέ. Μετά την τηλεόραση. Έπειτα ένα καινούργιο πλυντήριο. Και στη συνέχεια οτιδήποτε ανήκε στην κατηγορία «αφού ξεκινήσαμε, ας το πάμε μέχρι τέλους».
Και κάπου εκεί άρχισε το πραγματικό έργο.
Ένα βράδυ ο Αλέξανδρος ήταν ξαπλωμένος στον καινούργιο γκρι καναπέ, σκρολάροντας αδιάφορα στο κινητό. Με εκείνο το δήθεν χαλαρό ύφος, που συνήθως κρύβει εκρηκτικό μηχανισμό κάτω από το τραπεζομάντιλο, είπε:
— Παρεμπιπτόντως, με πήρε η μαμά.
— Μάλιστα, — απάντησε η Ιωάννα από την κουζίνα. — Και;
— Ε, τίποτα ιδιαίτερο. Παραπονιέται για τις τιμές. Λέει ότι πας στο σούπερ μάρκετ και κοιτάς το καλάθι σαν να είναι δάνειο.
— Δεν είναι καινούργια ανακάλυψη. Κι εγώ καμιά φορά νομίζω πως στο ταμείο θα μου ζητήσουν εγγυητή για τα μακαρόνια.
Χαμογέλασε, όμως επανήλθε σοβαρός.
— Και τα κοινόχρηστα της ανέβηκαν. Γενικά ζορίζεται.
Η Ιωάννα στάθηκε στο κατώφλι της κουζίνας.
— Πού το πας;
— Πουθενά. Απλώς το αναφέρω.
— Κάθε φορά που «απλώς αναφέρεις» κάτι, στο τέλος λείπουν λεφτά από τον λογαριασμό.
— Μην το παίρνεις έτσι, — είπε με προσποιημένη προσβολή. — Σκέφτηκα μόνο μήπως μπορούσαμε να βοηθήσουμε.
— Ποιον;
— Τη μητέρα μου.
— Τη δική σου, εννοείς;
— Πόσες έχω; — γέλασε νευρικά.
— Ρωτάω για να είμαστε σαφείς. Μπορείς να τη στηρίξεις. Εργάζεσαι.
Άφησε το κινητό και ανασηκώθηκε.
— Ιωάννα, ο μισθός μου είναι μικρότερος από τον δικό σου.
— Και η συνείδησή μου μεγαλύτερη. Τι συμπέρασμα βγάζουμε;
— Πάλι το γυρίζεις σε κόντρα.
— Όχι. Εσύ το ανοίγεις. Θυμάμαι πολύ καλά τον κανόνα σου: ο καθένας φροντίζει τους γονείς του.
— Τότε τα πράγματα ήταν αλλιώς.
— Βέβαια. Τότε δεν ήταν η δική σου μητέρα στη θέση του ανθρώπου που χρειαζόταν βοήθεια.
Σούφρωσε τα χείλη.
— Γιατί τα κάνεις όλα κατηγορία; Σου μιλάω ανθρώπινα.
— Κι εγώ απαντώ καθαρά. Η μητέρα σου είναι δική σου ευθύνη. Η δική μου, δική μου.
— Μα τώρα έχεις περισσότερες δυνατότητες.
— Έχω, — συμφώνησε. — Και αποφασίζω εγώ πώς θα τις χρησιμοποιήσω.
Εκείνο το βράδυ δεν επέμεινε. Όμως το θέμα δεν έκλεισε· απλώς άλλαξε τακτική. Άρχισε να το σερβίρει σε μικρές δόσεις, όπως φάρμακο που πρέπει να δράσει σταδιακά.
— Η μαμά πήγε πάλι με τα πόδια στη λαϊκή για να γλιτώσει λεωφορείο, — πέταγε το πρωί.
— Της ήρθε ο λογαριασμός ρεύματος και είναι για κορνίζα, — σχολίαζε στον δρόμο.
— Της στάζει η βρύση και ο υδραυλικός ζήτησε λες και θα ανακαινίσει ολόκληρη πολυκατοικία, — συμπλήρωνε το βράδυ.
Η Ιωάννα άκουγε. Δεν αντιδρούσε. Όχι επειδή δεν καταλάβαινε, αλλά επειδή καταλάβαινε απόλυτα. Η πολιορκία γινόταν με παντόφλες.
Το Σάββατο εμφανίστηκε η Μαρία Κωστοπούλου. Παλτό στο χρώμα του κακάο, σακουλάκι με σπιτικά πιτάκια και εκείνο το βλέμμα της διακριτικής γυναίκας που «δεν ζητά ποτέ τίποτα», απλώς σε κοιτάζει έτσι ώστε να νιώθεις εσύ υποχρεωμένος να ανοίξεις το πορτοφόλι.
— Ιωάννα μου, τι κάνεις, κορίτσι μου; — κελάηδησε μπαίνοντας. — Τι όμορφα που τα έχετε φτιάξει. Καινούργιος καναπές; Μπράβο σας, προοδεύετε.
— Καθίστε, κυρία Μαρία, — είπε η Ιωάννα βάζοντας νερό να βράσει. — Να σας φτιάξω τσάι;
— Φυσικά. Χωρίς τσάι είμαι σαν πολιτικός χωρίς υποσχέσεις — θεωρητικά υπάρχω, πρακτικά δεν με πιστεύει κανείς.
Ο Αλέξανδρος γέλασε λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.
Στην αρχή η κουβέντα κύλησε ήρεμα: για τη γειτόνισσα που τσακώνεται με τη διαχείριση, για τις ντομάτες που πωλούνται λες και έχουν μεταπτυχιακό, για τον σαρανταεπτάχρονο γιο της απέναντι που έγινε life coach και διδάσκει «αναπνοή αφθονίας» ενώ ζει ακόμη στο παιδικό του δωμάτιο.
Ύστερα η Μαρία Κωστοπούλου ακούμπησε προσεκτικά το φλιτζάνι.
— Δύσκολη εποχή. Όλα ακριβαίνουν. Τα κοινόχρηστα ανεβαίνουν, τα τρόφιμα το ίδιο, μόνο η σύνταξη μένει στάσιμη — εκτός αν ανοίξεις τηλεόραση. Καμιά φορά σκέφτεσαι τι να πρωτοπληρώσεις.
— Έτσι είναι, — είπε ουδέτερα η Ιωάννα.
— Λέω στον Αλέξανδρο να μη στενοχωριέται. Έχετε τη ζωή σας, τα έξοδά σας. Θα τα βγάλω πέρα. Απλώς καμιά φορά αναρωτιέσαι: να πάρω κοτόπουλο ή απορρυπαντικό; Και τα δύο απαραίτητα.
— Μαμά, μην το κάνεις θέμα, — είπε ο Αλέξανδρος, χωρίς καμία πραγματική διάθεση να τη σταματήσει.
— Δεν κάνω θέμα. Απλώς συζητάμε. Πρόσφατα χρειάστηκε να αλλάξω τη μπαταρία στην κουζίνα. Ο τεχνικός ζήτησε ποσό που σκέφτηκα να αφήσω τη βρύση να στάζει, να το λέω και μουσική υπόκρουση.
Η Ιωάννα ανακάτευε αργά τη ζάχαρη.
— Ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να βοηθήσει;
— Με βοηθάει όσο μπορεί, — έσπευσε να πει η Μαρία Κωστοπούλου. — Είναι χρυσό παιδί. Αλλά δεν θέλω να τον επιβαρύνω για κάθε μικροπράγμα. Έχει δουλειά, έχει οικογένεια. Ο άντρας πρέπει να ξεκουράζεται στο σπίτι του.
— Πολύ προοδευτική άποψη για τους άντρες, — σχολίασε η Ιωάννα. — Σπάνια.
Η πεθερά χαμογέλασε.
— Τους χρειάζεται λίγη προστασία. Είναι ευαίσθητοι πια.
Ο Αλέξανδρος χαχάνισε και, δήθεν αδιάφορα, πρόσθεσε:
— Παρεμπιπτόντως, ήρθε και μια επιπλέον χρέωση στα κοινόχρηστα της μαμάς.
— Εύχομαι τουλάχιστον να μην είχε δράματα, — απάντησε η Ιωάννα.
— Όχι, απλώς το ποσό είναι υψηλό.
— Συμβαίνουν αυτά.
Έπεσε μια μικρή σιωπή. Το κουταλάκι ακούστηκε πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε.
— Ιωάννα μου, — είπε γλυκά η Μαρία Κωστοπούλου, — ο Αλέξανδρος λέει ότι στη δουλειά σου όλα πηγαίνουν εξαιρετικά. Προαγωγή, καλός μισθός. Μπράβο σου. Σήμερα η γυναίκα πρέπει να είναι ανεξάρτητη. Όχι όπως παλιά.
— Συμφωνώ, — αποκρίθηκε η Ιωάννα.
— Το βασικό είναι να υπάρχει ευημερία στο σπίτι. Όταν η γυναίκα είναι έξυπνη, σκέφτεται το σύνολο. Δεν χωρίζει σε «δικό μου» και «δικό σου». Η οικογένεια είναι ενιαία.
Ο Αλέξανδρος κοίταξε το φλιτζάνι του, προσπαθώντας να κρύψει την ικανοποίηση του σκηνοθέτη.
Η Ιωάννα άφησε το κουταλάκι στην άκρη.
— Να σας κάνω μια ερώτηση, κυρία Μαρία;
— Βεβαίως, κορίτσι μου.
— Πριν τρία χρόνια, όταν η δική μου μητέρα δεν μπορούσε να καλύψει τα κοινόχρηστα και ζήτησα από τον Αλέξανδρο να βοηθήσουμε από τα κοινά μας έξοδα, μου είπε ότι κάθε ενήλικος έχει τους γονείς του και τις υποχρεώσεις του. Αυτή η θεωρία περί «όλων κοινών» ίσχυε και τότε ή αναθεωρήθηκε μαζί με τον δικό μου μισθό;
Η ατμόσφαιρα βάρυνε απότομα.
Η Μαρία Κωστοπούλου ανοιγόκλεισε τα μάτια.
— Δεν γνωρίζω τι είχατε συζητήσει μεταξύ σας…
— Εγώ γνωρίζω, — απάντησε ήρεμα η Ιωάννα. — Πολύ καλά. Οπότε ας αφήσουμε τα γενικά περί ενότητας. Είναι ωραία λόγια, αλλά αλλάζουν ανάλογα με το ποιος βάζει τα χρήματα στο τραπέζι.
— Ιωάννα, το παρατραβάς, — είπε σφιγμένα ο Αλέξανδρος.
— Όχι. Απλώς αυτή τη φορά δεν κάνω πως δεν καταλαβαίνω.
Η Μαρία Κωστοπούλου ανασηκώθηκε.
— Ίσως κακώς άνοιξα το θέμα. Δεν θέλω να δημιουργώ εντάσεις. Είμαι άνθρωπος που ντρέπεται να ζητήσει.
— Δεν ζητήσατε, — είπε η Ιωάννα. — Οδηγήσατε τη συζήτηση εκεί που θέλατε. Είναι πιο κομψό έτσι.
— Αυτό πάει πολύ! — αντέδρασε ο Αλέξανδρος.
— Πάει ακριβώς όσο πρέπει, — απάντησε εκείνη.
Η Μαρία Κωστοπούλου πήρε την τσάντα της.
— Θα φύγω. Δεν συνηθίζω να μένω εκεί όπου αισθάνομαι ανεπιθύμητη.
— Όπως νομίζετε, — είπε ήρεμα η Ιωάννα.
— Ιωάννα! — ύψωσε τη φωνή ο Αλέξανδρος.
— Τι; Δεν ήμουν αγενής. Απλώς δεν έκανα πως δεν κατάλαβα το υπονοούμενο.
