Τα πρώτα τρία χρόνια δεν είχα την οικονομική άνεση να προσλάβω αρτοποιό. Καθάριζα τα πατώματα μόνη μου, έκλεινα το ταμείο κάθε βράδυ με τα ίδια μου τα χέρια, μετρούσα τις εισπράξεις λεπτό προς λεπτό, ευρώ το ευρώ.
Και τώρα μάθαινα πως ο άντρας μου και η μητέρα του, πίσω από την πλάτη μου, είχαν βάλει υπογραφές για να δεσμεύσουν τη δική μου περιουσία.
Το κινητό ήταν πεταμένο στο διπλανό κάθισμα. Η ηχογράφηση κρατούσε επτά λεπτά και είκοσι τρία δευτερόλεπτα. Δεν μου αρκούσε όμως ο ήχος· έπρεπε να δω τα χαρτιά με τα μάτια μου.
Η Ειρήνη Μακρή με άκουσε χωρίς να με διακόψει. Καθόμασταν στη μικρή κουζίνα του διαμερίσματός της, στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας χωρίς ασανσέρ. Τριάντα χρόνια λογίστρια — για εκείνη οι αριθμοί ήταν εργαλείο ακριβείας.
– Το σπίτι το αγόρασες το 2016, σωστά; – είπε τελικά. – Παντρεύτηκες τον Ιωάννη Σιδέρη το 2018. Άρα το ακίνητο είναι αποκλειστικά δικό σου. Δεν αποτελεί κοινή περιουσία. Χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή σου δεν μπορούσε να το βάλει υποθήκη.
– Μίλησε για πληρεξούσιο…
Η Ειρήνη ανασήκωσε το βλέμμα πάνω από τα γυαλιά της.
– Ποιο πληρεξούσιο;
– Δεν ξέρω. Η Αφροδίτη Γεωργιάδη είπε πως «υπάρχει χαρτί».
Άφησε το φλιτζάνι στο τραπέζι και σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα.
– Πηγαίνεις αύριο στην τράπεζα. Και μετά σε συμβολαιογράφο. Πρέπει να δούμε τι ακριβώς έχουν υπογράψει.
Έγνεψα καταφατικά. Τα χέρια μου αυτή τη φορά ήταν σταθερά.
Το ίδιο βράδυ περίμενα να αποκοιμηθεί ο Ιωάννης. Πάντα τον έπαιρνε ο ύπνος αμέσως — ακουμπούσε το κεφάλι στο μαξιλάρι και μέσα σε πέντε λεπτά ροχάλιζε. Οχτώ χρόνια άκουγα αυτόν τον ήχο και τον είχα ταυτίσει με τη συνηθισμένη, ήσυχη οικογενειακή ζωή.
Το χρηματοκιβώτιο βρισκόταν στην αποθήκη. Ο κωδικός; Η ημερομηνία γέννησης της μητέρας του, δεκατέσσερις Μαρτίου. Δεν είχε μπει καν στον κόπο να διαλέξει κάτι λιγότερο προφανές.
Το άνοιξα. Ο φάκελος με τα έγγραφα του σπιτιού ήταν στη θέση του. Τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομά μου. Συμβόλαιο αγοράς — εγώ ως αγοραστής. Όλα καθαρά.
Κάτω όμως υπήρχε κι ένας δεύτερος φάκελος, λεπτός, πλαστικός, που δεν τον είχα ξαναδεί.
Μέσα βρήκα δύο ειδοποιήσεις από εισπρακτική εταιρεία. Ο Ιωάννης χρωστούσε 480.000 ευρώ σε πιστωτική κάρτα. Η κάρτα είχε εκδοθεί πριν από δύο χρόνια. Δεν είχα ιδέα.
Τετρακόσιες ογδόντα χιλιάδες. Σε διάστημα δύο ετών. Δεν ήξερα πού πήγαιναν αυτά τα χρήματα, αλλά μπορούσα να μαντέψω.
Κάθε μήνα η Αφροδίτη τηλεφωνούσε στον γιο της. Ποτέ σε μένα. Ήταν, λέει, άβολο να ζητά από τη νύφη. Από τον γιο όμως — φυσικό.
Χρειάζομαι για φάρμακα. Για υδραυλικό. Για ψώνια, η σύνταξη δεν φτάνει. Ο Ιωάννης έδινε από τον μισθό του, σαράντα πέντε χιλιάδες τον μήνα. Κι όταν δεν έφταναν, συμπλήρωνε με δανεικά. Έτσι, μήνα με τον μήνα, επί δύο χρόνια.
Και τώρα μιλάμε για τρία εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες. Το σπίτι μου. Το καφέ μου.
Πήρα και τους δύο φακέλους. Τους έκρυψα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και επέστρεψα στο υπνοδωμάτιο.
Ο Ιωάννης συνέχιζε να ροχαλίζει αμέριμνος.
Το επόμενο πρωί τηλεφώνησα στην Ειρήνη και της είπα ότι κατευθύνομαι στην τράπεζα. Προσφέρθηκε να έρθει μαζί μου.
Εκεί με περίμενε η πραγματική αποκάλυψη.
Ο υπάλληλος, ένας νεαρός γύρω στα είκοσι πέντε, άνοιξε τον φάκελο στον υπολογιστή και γύρισε την οθόνη προς το μέρος μας.
– Δανειακή σύμβαση ύψους 3.500.000 ευρώ, – εξήγησε. – Εξασφάλιση: ακίνητο στον Μυστρά, οδός Σαδοβάς 14, καθώς και επαγγελματικός χώρος, το καφέ «Μπερέζκα» στην Περιφερειακή 12.
– Ποιος εμφανίζεται ως δανειολήπτης; – ρώτησε ψύχραιμα η Ειρήνη.
– Δανειολήπτης: Ιωάννης Σιδέρης. Ενεχυραστής: Δήμητρα Θεοδώρου. Με βάση πληρεξούσιο.
– Θα ήθελα να δω το πληρεξούσιο, – είπα.
Έψαξε στον φυσικό φάκελο και μας έδωσε ένα έγγραφο. Συμβολαιογραφική πράξη. Το ονοματεπώνυμό μου. Τα προσωπικά μου στοιχεία ταυτότητας.
