— Έτσι μιλάς σ’ αυτόν που σε ταΐζει; — συνέχισε ο Νίκος Ρήγας, και η φωνή του αντήχησε κοφτή μέσα στην κουζίνα. — Σε κακόμαθε η μάνα σου. Φέρε αμέσως τον έλεγχο. Να δω γιατί πληρώνω μια περιουσία σε ιδιαίτερα.
Ο Αλέξανδρος δεν αντέδρασε. Γύρισε σιωπηλά στο δωμάτιό του και επέστρεψε με μια εκτύπωση βαθμολογίας. Την ακούμπησε μπροστά στον πατέρα του χωρίς λέξη. Ο Νίκος σάρωσε τις γραμμές με το βλέμμα του.
— Έξι στη Φυσική; Με κοροϊδεύεις; Για ποιο λόγο σκορπάω τόσα χρήματα;
— Ήταν διαγώνισμα στην τάξη. Το κεφάλαιο ήταν δύσκολο. Το διόρθωσα ήδη σε επτά, — απάντησε ο Αλέξανδρος ήρεμα, χωρίς να υψώσει τον τόνο.
— Δεν θέλω εξηγήσεις! Άχρηστε! Ολόιδιος η μάνα σου. Άβουλοι και οι δυο!
Η Μαρία Θεοδώρου κινήθηκε μπροστά και στάθηκε ανάμεσα στους δυο τους, σαν αόρατο τείχος.
— Νίκο, ας καθίσουμε πρώτα να φάμε. Το παιδί διαβάζει δύο ώρες γεωμετρία. Είναι εξαντλημένο. Μην το συνεχίζεις τώρα.
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Δεν άντεχε την παραμικρή αμφισβήτηση, πόσο μάλλον από τη γυναίκα που είχε συνηθίσει να θεωρεί σκιά του.
— Σώπα! — ούρλιαξε. — Με τον γιο μου θα μιλήσω εγώ! Εσύ πήγαινε στις κατσαρόλες σου. Και στα χαζά μαθήματα που τρέχεις. Τρεις φορές την εβδομάδα χάνεσαι για να τεντώνεσαι πάνω σε ένα στρώμα και αποτέλεσμα μηδέν! Όπως ήσουν, έτσι έμεινες!
Η Μαρία πήρε αργά μια ανάσα. Το γνώριμο κύμα τρόμου που κάποτε την παρέλυε, δεν εμφανίστηκε. Ο Νίκος αγνοούσε πως εδώ και χρόνια δεν υπήρχε καμία «γυμναστική χαλάρωσης» στη ζωή της. Δεκατέσσερα χρόνια πριν, όταν μέσα σε μια έκρηξη θυμού της είχε πετάξει μια βαριά κούπα, κατάλαβε ότι έπρεπε να μάθει να προστατεύεται. Να φύγει τότε δεν τόλμησε — ένα βρέφος στην αγκαλιά, μηδενικές οικονομίες και ο φόβος του άγνωστου την κρατούσαν δεμένη.
Βρήκε όμως άλλη διέξοδο. Αϊκίντο. Την τέχνη να μετατρέπεις την ορμή του άλλου σε δική σου δύναμη. Ατελείωτες προπονήσεις, μελανιές κρυμμένες κάτω από μακριά μανίκια, παλάμες γεμάτες κάλους που τις άλειφε με κρέμα πριν κοιμηθεί. Χρόνια ολόκληρα προετοιμασίας. Χρόνια που έχτιζε μέσα της κάτι που δεν φαινόταν: βεβαιότητα.
— Πήγαινε στο δωμάτιό σου, Αλέξανδρε, — είπε σταθερά, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι.
Το αγόρι την κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Αυτή η κίνηση ήταν αρκετή για να εξαγριώσει τον Νίκο. Δεν είχε απλώς αντιμιλήσει· είχε δώσει εντολή μπροστά του.
— Ποια νομίζεις ότι είσαι; — πλησίασε απειλητικά. Η ανάσα του μύριζε φτηνό στιγμιαίο καφέ και θυμό. — Είπα ότι θα μείνει εδώ!
— Απόψε δεν θα φωνάξει κανείς σε κανέναν, — απάντησε η Μαρία, σηκώνοντας το βλέμμα και καρφώνοντάς τον στα μάτια. Καμία υστερία. Καμία ικεσία. Μόνο ψυχρή αποφασιστικότητα.
Η αντίσταση αυτή τον εξόργισε. Ήταν μαθημένος να τη βλέπει να μαζεύεται, να ζητά συγγνώμη πριν καν ολοκληρώσει τη φράση της. Τώρα όμως απέναντί του στεκόταν μια γυναίκα που δεν αναγνώριζε.
