— Δεν κατάλαβα, ζει κανείς σ’ αυτό το σπίτι ή κάθε βράδυ επιστρέφω σε τέσσερις άδειους τοίχους; — η φωνή του αντήχησε οργισμένη στον προθάλαμο, σκίζοντας τη βραδινή ησυχία. Το βαρύ του παπούτσι εκτοξεύτηκε με δύναμη και χτύπησε με κρότο τη ντουλάπα των παπουτσιών.
Η Μαρία Θεοδώρου πάγωσε μπροστά στον νεροχύτη. Δεκαέξι χρόνια γάμου την είχαν εκπαιδεύσει να αναγνωρίζει τη διάθεση του Νίκου Ρήγα μόνο από τον τρόπο που γύριζε το κλειδί στην πόρτα. Απόψε ο ήχος ήταν κοφτός, νευρικός. Αυτό σήμαινε πως στη δουλειά κάτι είχε στραβώσει ξανά και, όπως συνέβαινε συνήθως, η οικογένεια θα γινόταν ο εύκολος αποδέκτης της έντασής του.
Σκούπισε αργά τα χέρια της με την πετσέτα της κουζίνας. Το φαγητό ήταν έτοιμο, τα μαθήματα του γιου τους ελεγμένα, τα πουκάμισα για την επόμενη μέρα σιδερωμένα και κρεμασμένα. Κι όμως, η Μαρία ήξερε καλά πως, όταν ο Νίκος έψαχνε αφορμή να ξεσπάσει, θα την έβρισκε ακόμη και σε μια στραβοτοποθετημένη χαρτοπετσέτα.
— Καλησπέρα. Είμαστε μέσα. Ο Αλέξανδρος Βλάχος διαβάζει άλγεβρα στο δωμάτιό του κι εγώ ετοιμάζω το τραπέζι, — είπε ήρεμα, βγαίνοντας στον διάδρομο. — Πλύνε τα χέρια σου, το φαγητό είναι ζεστό.
— Ζεστό, ε; — απάντησε με περιφρόνηση, πετώντας το σακάκι του δίπλα στην κρεμάστρα αντί να το κρεμάσει. Έβγαλε τα παπούτσια του, έσπρωξε τις παντόφλες με το πόδι και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

Η Μαρία ακούμπησε μπροστά του ένα πιάτο με παστίτσιο. Εκείνος πήρε το πιρούνι, ανακάτεψε αδιάφορα το φαγητό και μορφάζοντας έσπρωξε το πιάτο στην άκρη.
— Λιώνω στη δουλειά, κουβαλάω όλο το βάρος του σπιτιού στους ώμους μου, επιστρέφω εξαντλημένος κι εσύ με υποδέχεσαι πάλι με τα ίδια; Δεν υπάρχει ένα κανονικό κομμάτι κρέας εδώ μέσα;
— Υπάρχουν μπριζόλες στο ψυγείο, θα στις ζεστάνω αμέσως, — αποκρίθηκε συγκρατημένα.
Έβγαλε το δοχείο και έβαλε τον φούρνο μικροκυμάτων σε λειτουργία. Ο Νίκος χτυπούσε ανυπόμονα τα δάχτυλά του στον πάγκο.
— Μου κάνεις χάρη τώρα; Και αυτό το ύφος; Η γυναίκα οφείλει να υποδέχεται τον άντρα της με χαμόγελο, όχι σαν να της χρωστάω περιουσία.
— Είμαι απλώς κουρασμένη, Νίκο. Η μέρα στο γραφείο ήταν δύσκολη.
— Κουρασμένη; Το να μετακινείς χαρτιά δεν συγκρίνεται με το να τραβάς κουπί. Σήμερα τσακώθηκα με προμηθευτές, μετά ο διευθυντής με κράτησε μιάμιση ώρα για παρατηρήσεις. Και για ποιον παλεύω; Για εσάς! Για να κάθεστε άνετα και ζεστά. Και τι παίρνω πίσω; Τίποτα.
Έξω από το σπίτι έσκυβε το κεφάλι σε ανωτέρους και ακολουθούσε κανόνες άλλων. Μόλις όμως περνούσε το κατώφλι, μεταμορφωνόταν σε απόλυτο άρχοντα. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε βαρύ στην κουζίνα και καρφώθηκε στην κλειστή πόρτα του δωματίου.
— Και πού είναι αυτός ο τεμπέλης; Αλέξανδρε! Έλα εδώ αμέσως!
Η πόρτα άνοιξε διστακτικά. Ο δεκατετράχρονος βγήκε αργά, ψηλός για την ηλικία του, με σοβαρό πρόσωπο. Στάθηκε στο κατώφλι, τα χέρια χωμένα στις τσέπες της φόρμας του, κοιτώντας τον πατέρα του κάτω από τα φρύδια.
— Τι συμβαίνει; — ρώτησε χαμηλόφωνα.
— Όχι «τι συμβαίνει», αλλά «καλησπέρα, πατέρα», — βρυχήθηκε ο Νίκος, χτυπώντας δυνατά την παλάμη του πάνω στο τραπέζι. Τα πιάτα κουδούνισαν ανήσυχα από το απότομο χτύπημα.
