Η φωνή της έσπασε για μια στιγμή και ύστερα πρόσθεσε πως το κάνει για εκείνον, πως σύντομα θα γυρίσει και όλα θα μπουν στη θέση τους. Την παρακάλεσα να μιλήσει στον Πέτρο, κι εκείνη, χωρίς άλλη λέξη, του έδωσε το τηλέφωνο. Τον άκουσα να της μιλά με τρυφερότητα, να την καθησυχάζει με εκείνο το ήρεμο ύφος που μόνο μαζί της είχε. Κι όμως, πίσω από κάθε της κουβέντα ένιωθα πως υψωνόταν ένας τοίχος ανάμεσά μας.
Η γραμμή έκλεισε απότομα. Όταν προσπάθησα να την καλέσω ξανά, το κινητό της ήταν εκτός δικτύου. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες, γεμάτες αναμονή. Όταν τελικά εμφανίστηκε στο κατώφλι, ήταν πιο αδύνατη, με πρόσωπο κουρασμένο, μα στα μάτια της άστραφτε μια αποφασιστικότητα που δεν είχα ξαναδεί. Ο Πέτρος έτρεξε και κρεμάστηκε πάνω της· το σπίτι γέμισε φως από το γέλιο τους. Κι όμως, κάτω από τη χαρά, εγώ ένιωθα το βάρος όσων δεν μου είχε αποκαλύψει.
«Μαμά», μου είπε αργότερα, καθώς ετοίμαζε βαλίτσες για το επόμενο ταξίδι τους, «σ’ ευχαριστώ που στάθηκες δίπλα μας. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω, αλλά έπρεπε να τον προστατεύσω. Δεν φαντάζεσαι τι σημαίνει αυτό για μένα.»
Την κράτησα σφιχτά. «Το μόνο που με νοιάζει είναι να είσαι ασφαλής», της ψιθύρισα, νιώθοντας την ένταση να πάλλεται στο σώμα της. Όταν έφυγε, στάθηκα στο παράθυρο και παρακολούθησα το αυτοκίνητό της ώσπου χάθηκε στη στροφή. Η καρδιά μου ήταν γεμάτη αγάπη για την κόρη και τον εγγονό μου, αλλά και φόβο για τις σκιές που τους ακολουθούσαν.
Έκλεισα τα μάτια και προσευχήθηκα σιωπηλά, ζητώντας να τους σκεπάζει η ασφάλεια και να μη τους φτάσει ποτέ ό,τι τους κυνηγούσε.
