“Νίκο, μυρίζεις μηχανή” είπε η σύζυγος χαμογελώντας πικρά

Σκληρή, άδικη καθημερινότητα που πονάει βαθιά.
Ιστορίες

Στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε εξεταστικά.

— Πώς σε λένε;

— Νικόλαος Παναγιωτίδης.

— Τι ακριβώς είχε βλάβη, κύριε Παναγιωτίδη;

— Η σωλήνωση κενού που ελέγχει τα κλαπέτα της θέρμανσης. Είχε ξεραθεί και σκιστεί από τα χρόνια. Το κενό χανόταν, το κλαπέτο δεν γύριζε στη θέση για ζεστό αέρα. Αντικατέστησα τρεις σωλήνες συνολικά — έναν που είχε ανοίξει και δύο ακόμη που ήταν έτοιμοι να διαλυθούν.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έστρεψε το βλέμμα του προς τον Βασίλειο Βλάχο.

— Τρεις εβδομάδες. Τέσσερις τεχνικοί. Και τελικά έφταιγε ένας σωλήνας κενού.

Ο Βασίλειος δεν απάντησε αμέσως. Τα χείλη του σφίχτηκαν.

— Είναι παλιό μοντέλο… Οι άνθρωποί μου δουλεύουν κυρίως με σύγχρονα συστήματα—

— Ο καθαριστής σας το εντόπισε μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο. Οι ειδικοί σας έψαχναν στο ψυγείο τρεις εβδομάδες.

Η ματιά του Καραμανλή γύρισε ξανά σε μένα.

— Πού έμαθες τόσο καλά αυτά τα αυτοκίνητα;

— Στο εργοστάσιο ντίζελ της Θεσσαλονίκης. Δούλευα ως μηχανολόγος μηχανικός. Μελετούσαμε αναλυτικά αυτή τη σειρά κινητήρων.

Ο Σταύρος Λαζαρίδης, που στεκόταν δίπλα, άνοιξε το στόμα σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά το ξανάκλεισε. Τα μάτια του έπεσαν στα χέρια μου — μεγάλα, τραχιά, με φαρδιά δάχτυλα. Τα ίδια χέρια που επί είκοσι τρία χρόνια κρατούσαν σφουγγαρίστρα.

Ο Βασίλειος ξερόβηξε.

— Μπράβο, Νικόλαε. Ευχαριστούμε για τη βοήθεια. Σταύρο, φρόντισε να—

Άφησα τον κουβά στο πάτωμα.

— Κύριε Βλάχο, την Παρασκευή είπατε: «Αν το φτιάξεις, το αυτοκίνητο είναι δικό σου». Το είπατε μπροστά στον κύριο Καραμανλή. Μπροστά στους τεχνικούς. Μπροστά και στον Άγγελο Αθανασίου, που τα κατέγραφε όλα με το κινητό του.

Όλα τα βλέμματα στράφηκαν στον Άγγελο. Εκείνος χλώμιασε και έκρυψε βιαστικά το τηλέφωνο στην τσέπη.

— Έλα τώρα, αστείο ήταν, — γέλασε νευρικά ο Βασίλειος. — Δεν το πήρες σοβαρά, έτσι;

— Το πήρα απολύτως σοβαρά. Υποσχεθήκατε δημόσια. Έκανα αυτό που οι μάστορές σας δεν κατάφεραν επί τρεις εβδομάδες. Και το αυτοκίνητο δεν είναι δικό σας, αλλά του κυρίου Καραμανλή. Άρα, η απόφαση ανήκει σε εκείνον.

Ο Καραμανλής στεκόταν με τα χέρια χωμένα στο παλτό του. Κοίταξε πρώτα τον Βασίλειο, ύστερα εμένα, ύστερα τη Mercedes.

— Κύριε Παναγιωτίδη, περάστε αύριο από το γραφείο μου. Θα σας δώσω την κάρτα μου. Να τα πούμε με την ησυχία μας.

Μπήκε στο αυτοκίνητο. Ο ζεστός αέρας έβγαινε κανονικά, ο κινητήρας δούλευε στρωτά. Σε λίγο είχε φύγει.

Ο Βασίλειος έμεινε ακίνητος στη μέση του συνεργείου. Οι τεχνικοί απέστρεφαν το βλέμμα. Πήρα τον κουβά και κατευθύνθηκα προς τον πρώτο χώρο· από το πρωί είχε στάξει λάδι.

Πίσω μου επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Κανένα ειρωνικό σφύριγμα, κανένα χτύπημα δαχτύλων.

Έναν μήνα αργότερα, ο Καραμανλής ολοκλήρωσε τη μεταβίβαση της Mercedes. Ήρθε ο ίδιος στο συνεργείο και, μπροστά σε όλους, μου παρέδωσε κλειδιά και χαρτιά.

— Την κέρδισες περισσότερο απ’ αυτούς τους γελωτοποιούς, είπε.

Ο Βασίλειος Βλάχος δεν με απέλυσε. Όμως σταμάτησε να με χαιρετά. Όταν περνά δίπλα μου, καρφώνει το βλέμμα στον τοίχο. Δεν χτυπά πια τα δάχτυλα για να με φωνάξει. Ο Σταύρος μια μέρα στάθηκε δίπλα μου στην αποθήκη. Σιώπησε για λίγο και μετά ψιθύρισε: «Θείε Νίκο, κακώς πέταξα εκείνο το χαρτί». Κι έφυγε.

Εγώ συνεχίζω να σφουγγαρίζω. Είκοσι οκτώ χιλιάδες ευρώ τον χρόνο. Κουβάς, πανί, σφουγγαρίστρα. Ο Καραμανλής μου πρότεινε θέση μηχανικού στον στόλο του· χρειάζεται άνθρωπο έμπειρο. Του απάντησα πως θα το σκεφτώ. Ακόμη το σκέφτομαι.

Στη δουλειά, όμως, φτάνω πλέον με μια μπεζ Mercedes W123 του ’83. Την παρκάρω κάθε πρωί στην είσοδο, δίπλα στο γυαλιστερό Lexus του Βασίλειου Βλάχου.

Με βλέπει. Δεν λέει λέξη.

Και κάποιες φορές αναρωτιέμαι: μήπως έπρεπε να το αφήσω; Να το επισκευάσω αθόρυβα και να μη θυμίσω την υπόσχεση; Είκοσι τρία χρόνια σωπαίνω — και ζούσα.

Ύστερα, όμως, θυμάμαι το ειρωνικό του χτύπημα με τα δάχτυλα. Το χαρτί που ο Σταύρος τσαλάκωσε και πέταξε. Τα γέλια όταν με αποκάλεσε «γέρο».

Έπραξα σωστά που ζήτησα αυτό που μου ανήκε; Ή θα έπρεπε να είχα σωπάσει, όπως όλα τα προηγούμενα είκοσι τρία χρόνια;

Ψίθυροι Ζωής