“Νίκο, μυρίζεις μηχανή” είπε η σύζυγος χαμογελώντας πικρά

Σκληρή, άδικη καθημερινότητα που πονάει βαθιά.
Ιστορίες

Τα δάχτυλά μου είχαν σκληρύνει πια από το κοντάρι της σφουγγαρίστρας κι όχι από τα γερμανικά κλειδιά. Κι όμως, κάποτε με αυτά ρύθμιζα βαλβίδες με ακρίβεια εκατοστού του χιλιοστού. Κάποτε κρατούσα στα χέρια μου πτυχίο με άριστα από το Πολυτεχνείο. Κάποτε με φώναζαν Νικόλαο Παναγιωτίδη, επικεφαλής μηχανολόγο μηχανικό στο εργοστάσιο ντίζελ της Θεσσαλονίκης.

Ύστερα ήρθε το 2003. Το εργοστάσιο έβαλε λουκέτο. Ήμουν τριάντα πέντε χρονών. Η γυναίκα μου αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Τα χρήματα δεν έφταναν ούτε για τα βασικά. Η μοναδική θέση που μου προσφέρθηκε χωρίς ερωτήσεις και βιογραφικά ήταν αυτή του καθαριστή σε συνεργείο αυτοκινήτων. «Μέχρι να ορθοποδήσω», είχα πει τότε στον εαυτό μου.

Πέρασαν είκοσι τρία χρόνια από εκείνο το «μέχρι».

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εμφανίστηκε στο συνεργείο Παρασκευή πρωί. Το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό, το κασμιρένιο παλτό του άψογο, αλλά το βλέμμα του καθόλου φιλικό.

— Κύριε Βασίλειε Βλάχο, τρίτη εβδομάδα τώρα. Θέλω το αυτοκίνητό μου. Ή το επισκευάζετε, ή το παίρνω και φεύγω.

Ο Βασίλειος στεκόταν στη μέση του χώρου με τα χέρια χωμένα στις τσέπες και τα καλογυαλισμένα παπούτσια του να αστράφτουν κάτω από τα φώτα. Δίπλα του ο Σταύρος Λαζαρίδης, ο Μιχαήλ Σπυρόπουλος, ο Δημήτριος Αποστόλου. Πιο πίσω, ο νεαρός μαθητευόμενος Άγγελος Αθανασίου προσπαθούσε να δείχνει απασχολημένος.

— Δουλεύουμε πάνω του, κύριε Καραμανλή, είπε ο Βασίλειος με ύφος που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην αυτοπεποίθηση και την άμυνα. Είναι παλιό μοντέλο, η βλάβη δεν είναι συνηθισμένη, τα ανταλλακτικά—

— Σας έδωσα τρεις εβδομάδες. Αν αύριο δεν είναι έτοιμο, το φορτώνω και πηγαίνω στην Αθήνα. Εκεί, απ’ ό,τι ακούω, υπάρχουν ακόμη τεχνικοί που ξέρουν τη δουλειά.

Η φράση έπεσε βαριά. Κανείς δεν μίλησε. Τα μάτια χαμήλωσαν. Ο Βασίλειος κοκκίνισε. Εγώ, λίγο πιο πέρα, μάζευα ρινίσματα μετά από μια φρεζάρισμα, κρατώντας τη σφουγγαρίστρα σαν στήριγμα.

Τότε με πρόσεξε. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε. Ίσως ήθελε να σπάσει την ένταση. Ίσως απλώς να ξεσπάσει σε κάποιον που δεν θα αντιδρούσε.

— Να μια ιδέα! φώναξε με εκείνο το πλατύ χαμόγελο που κρατούσε για τους πελάτες. Νικόλαε! Μήπως να το φτιάξεις εσύ; Ε, παππού; Αφού τα βλέπεις όλα εδώ μέσα, τα ακούς όλα!

Γέλια απλώθηκαν στον χώρο. Ο Σταύρος χαμογέλασε ειρωνικά. Ο Μιχαήλ έσκυψε το κεφάλι γελώντας. Ακόμη και ο Άγγελος, τέσσερις μήνες στο συνεργείο, τόλμησε να χαχανίσει.

Ο Βασίλειος γύρισε προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και άνοιξε τα χέρια του θεατρικά.

— Η τελευταία μας ελπίδα, κύριε Καραμανλή. Ο Νικόλαος. Αν το καταφέρει, δικό του το αυτοκίνητο!

Ξέσπασε σε γέλια. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν. Μόνο ο ιδιοκτήτης του Mercedes δεν χαμογέλασε· το πρόσωπό του έμεινε παγωμένο.

Στεκόμουν ακίνητος. Στο πάτωμα γυάλιζαν τα ρινίσματα μετάλλου. Η μυρωδιά του πετρελαίου γέμιζε τα ρουθούνια μου. Είκοσι τρία χρόνια σιωπής.

— Σύμφωνοι, είπα.

Ήρεμα. Χωρίς ίχνος ειρωνείας.

Τα γέλια κόπηκαν σταδιακά. Πρώτος σώπασε ο Σταύρος, που ήταν πιο κοντά μου. Ύστερα ο Μιχαήλ. Ο Βασίλειος με κοίταξε σαν να είχε αποκτήσει φωνή η σφουγγαρίστρα.

— Τι είπες;

— Είπα πως δέχομαι. Αν το επισκευάσω, το αυτοκίνητο είναι δικό μου. Το είπατε μπροστά σε όλους. Μπροστά και στον κύριο Καραμανλή.

Ο Βασίλειος δίστασε, κοίταξε τον πελάτη. Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

— Προχώρα, λοιπόν, είπε τελικά ο Βασίλειος, σφίγγοντας τα δόντια πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο. Δείξε μας τι μπορείς.

Κατευθύνθηκε στο γραφείο του. Από μέσα ακούστηκε ένα πνιχτό γέλιο.

Ακούμπησα τη σφουγγαρίστρα στον τοίχο και στάθηκα μπροστά στο Mercedes του τρίτου πόστου. Μπεζ αμάξωμα, χρωμιωμένες λεπτομέρειες, κατασκευής 1983. Σχεδόν συνομήλικο με την καριέρα που δεν πρόλαβε να ανθίσει.

Το Σάββατο το συνεργείο έμενε κλειστό. Εγώ όμως μπήκα λίγο μετά τις επτά. Ο καθαριστής έχει πάντα κλειδιά· έρχεται πρώτος και φεύγει τελευταίος.

Το αυτοκίνητο ήταν παγωμένο, ακίνητο μέσα στη σιωπή του χώρου. Σήκωσα το καπό.

Πεντακύλινδρος ντίζελ OM617. Ένα σύνολο που γνώριζα απέξω. Στο εργοστάσιο της Θεσσαλονίκης είχαμε μελετήσει ολόκληρη τη σειρά, βασισμένοι σε γερμανικά εγχειρίδια που είχε φέρει ο διευθυντής παραγωγής έπειτα από ταξίδι στη Στουτγάρδη, και θυμόμουν ακόμη κάθε λεπτομέρεια εκείνης της παλιάς, ογδοντατριών χρονιάς μηχανικής σχολής που μας είχε σημαδέψει.

Ψίθυροι Ζωής