“Νίκο, μυρίζεις μηχανή” είπε η σύζυγος χαμογελώντας πικρά

Σκληρή, άδικη καθημερινότητα που πονάει βαθιά.
Ιστορίες

– Παππού, στο τρίτο συνεργείο έχει χυθεί λάδι. Κουνήσου, έρχεται ο πελάτης!

Ο Βασίλειος Βλάχος χτύπησε τα δάχτυλά του με ανυπομονησία. Δεν μπήκε καν στον κόπο να γυρίσει προς το μέρος μου· ούτε βλέμμα, ούτε λέξη παραπάνω. Ένα ξερό «τσικ», σαν να καλούσε γκαρσόνι σε φτηνό καφενείο, και συνέχισε να περπατά στο συνεργείο. Τα καλογυαλισμένα του παπούτσια αντηχούσαν κοφτά πάνω στο τσιμέντο.

Πήρα τον κουβά και το πανί. Κατευθύνθηκα στο τρίτο πόστο.

Εδώ και είκοσι τρία χρόνια η ζωή μου μετριέται με τα ίδια αντικείμενα: σφουγγαρίστρα, κουβάς, κουρέλι. Λεκέδες από λιπαντικά, υγρά φρένων, αντιψυκτικά. Η μυρωδιά του ντίζελ έχει ποτίσει το δέρμα μου τόσο βαθιά, που δεν φεύγει ούτε με το πιο δυνατό σαπούνι. Όσο ζούσε ακόμη η γυναίκα μου, μου έλεγε χαμογελώντας πικρά: «Νίκο, μυρίζεις μηχανή. Κι ας μην είσαι μηχανικός πια – καθαριστής είσαι.»

Καθαριστής. Με μισθό είκοσι οκτώ χιλιάδες ευρώ τον χρόνο να μοιάζει άπιαστο όνειρο και κάτι λιγότερο από δυόμισι χιλιάδες τον μήνα να είναι η πραγματικότητα.

Στο τρίτο συνεργείο στεκόταν ένα αυτοκίνητο που δεν ταίριαζε με τη σκόνη του χώρου. Μπεζ, μακρύ, με χρωμιωμένες λωρίδες να γυαλίζουν στα πλάγια. Mercedes W123, του 1983. Πετρελαιοκίνητο. Το αναγνώρισα αμέσως· κάποτε, στο εργοστάσιο της Θεσσαλονίκης, λύναμε τέτοιους κινητήρες μέχρι την τελευταία βίδα. Μια άλλη εποχή. Μια ζωή που δεν μου ανήκει πια.

Κάτω από το αμάξωμα είχε σχηματιστεί μια σκούρα λίμνη λαδιού. Γονάτισα και άρχισα να τη μαζεύω. Κι ενώ έτριβα το δάπεδο, το άκουσα. Ένα σιγανό σφύριγμα, σχεδόν αδιόρατο. Οι τεχνικοί δύσκολα θα το πρόσεχαν – το συνεργείο βουίζει διαρκώς από θορύβους. Εγώ όμως ήμουν χαμηλά, σχεδόν κολλημένος στη μηχανή, και το ξεχώρισα καθαρά.

Δεν προερχόταν από ιμάντα. Ούτε από τουρμπίνα. Ερχόταν πιο πίσω, προς το διαχωριστικό του κινητήρα, κοντά στο σύστημα θέρμανσης.

Σκούπισα το λάδι, στράγγιξα το πανί και σηκώθηκα. Τα χέρια μου ήταν κατάμαυρα. Μεγάλα, με φαρδιές παλάμες και νύχια που είχαν μέσα τους μόνιμα το χρώμα της γράσας. Αν τα παρατηρούσε κανείς προσεκτικά, δεν θα έβλεπε απλώς χέρια καθαριστή. Θα έβλεπε τα χέρια κάποιου που, τριάντα πέντε χρόνια πριν, συναρμολογούσε πετρελαιοκινητήρες σε δοκιμαστικούς πάγκους.

Μα ποιος δίνει σημασία στον άνθρωπο με τη σφουγγαρίστρα;

Το αυτοκίνητο ανήκε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ευκατάστατος, γύρω στα πενήντα πέντε, με κασμιρένιο παλτό και ρολόι που κόστιζε περισσότερο απ’ όσα κερδίζω σε έναν χρόνο.

Το παράπονό του φαινόταν απλό: η θέρμανση δεν δούλευε. Σε όχημα αξίας τριών εκατομμυρίων ευρώ, ο αέρας έβγαινε παγωμένος.

Στην πράξη, όμως, το ζήτημα αποδείχτηκε γρίφος.

Ο Σταύρος Λαζαρίδης, επικεφαλής μηχανικός, ασχολήθηκε τρεις ολόκληρες ημέρες. Έλεγξε το ψυγείο καλοριφέρ – εντάξει. Θερμοστάτης – λειτουργικός. Αντλία νερού – σωστή. Βαλβίδες – ανοιγόκλειναν κανονικά. Σωληνώσεις – άθικτες και καυτές. Το αντιψυκτικό κυκλοφορούσε όπως έπρεπε. Κι όμως, από τους αεραγωγούς έβγαινε κρύο.

Μετά ανέλαβε ο Μιχαήλ Σπυρόπουλος. Δύο μέρες έψαχνε τα ηλεκτρικά. Τίποτα.

Ακολούθησε ο Δημήτριος Αποστόλου, κι έπειτα ο νεαρός μαθητευόμενος, ο Άγγελος Αθανασίου, περισσότερο από περιέργεια παρά από ανάγκη.

Τέσσερις τεχνίτες. Τρεις εβδομάδες. Το Mercedes παρέμενε στο τρίτο πόστο, κι εγώ κάθε μέρα καθάριζα το λάδι που έσταζε από μια παλιά τσιμούχα.

Και κάθε μέρα, εκείνο το λεπτό σφύριγμα τρυπούσε τα αυτιά μου.

Τη δεύτερη εβδομάδα δεν άντεξα. Πήρα ένα χαρτί και έγραψα: «Ελέγξτε το σύστημα υποπίεσης που ρυθμίζει τα κλαπέτα της θέρμανσης. Πιθανή διαρροή σε ρυθμιστή ή σωληνάκια. Το σφύριγμα με τον κινητήρα σε λειτουργία δείχνει απώλεια κενού.»

Άφησα το σημείωμα στο γραφείο του Σταύρου, δίπλα στην κούπα με τον καφέ του.

Το διάβασε, ύστερα κοίταξε προς τη γωνία όπου είχα ακουμπήσει τη σφουγγαρίστρα. Μετά πάλι το χαρτί.

– Θείε Νίκο, εσύ το έγραψες αυτό;

– Εγώ.

Το τσαλάκωσε αργά και το πέταξε μέσα στον κουβά.

– Κάνε τη δουλειά σου και άσε τις εξυπνάδες. Μη μας το παίζεις και ειδικός.

Δεν απάντησα. Σήκωσα τον κουβά και πήγα στο πρώτο πόστο, όπου είχαν χύσει αντιψυκτικό.

Το βράδυ, στο μικρό αποδυτήριο, άλλαζα ρούχα. Τα χέρια μου ανέδιδαν ακόμη τη βαριά οσμή του πετρελαίου. Τα κοίταξα προσεκτικά – φαρδιά δάχτυλα, σκληρυμένα, με κάλους που δεν είχαν δημιουργηθεί από τη σφουγγαρίστρα, αλλά από εργαλεία που είχα να αγγίξω δεκαετίες. Και μέσα μου κάτι άρχισε να ξυπνά ξανά, έτοιμο να αποδείξει πως δεν ήμουν μόνο ο άνθρωπος που καθάριζε τα πατώματα.

Ψίθυροι Ζωής