— Θα τα αφήσω, — αποκρίθηκε ήρεμα η Ελένη. — Και μαζί μ’ αυτά, θα σου αφήσω και μια… υπενθύμιση για το σκεύασμα που μόλις κατάπιες ανακατεμένο με την κρέμα.
Ο Νίκος συνοφρυώθηκε, προσπαθώντας να καταλάβει.
— Τι ανοησίες είναι αυτές;
— Θυμάσαι τις σταγόνες που σου είχε γράψει ο γιατρός; — ρώτησε γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι. — Έριξα μια γενναία ποσότητα μέσα στη σαλάτα. Κι επειδή το συνδύασες με δυνατό ποτό και λιπαρή κρέμα… σε περίπου δέκα λεπτά θα έχεις μια εμπειρία που δεν θα ξεχάσεις εύκολα.
Ησυχία απλώθηκε στο δωμάτιο. Από τον δρόμο ακουγόταν μόνο ο θόρυβος των αυτοκινήτων πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο.
Ο Δημήτρης άφησε αργά το πιρούνι του στο τραπέζι.
Το πρόσωπο του Νίκου, που πριν ήταν κατακόκκινο, άρχισε να χάνει χρώμα. Θυμόταν πολύ καλά τι αποτέλεσμα είχαν εκείνες οι σταγόνες την προηγούμενη φορά. Ήδη μια δυσάρεστη σύσπαση του έσφιγγε το στομάχι. Ένας χαρακτηριστικός ήχος έσπασε τη σιωπή του σαλονιού.
— Έχεις χάσει το μυαλό σου; — ψιθύρισε βραχνά, γραπώνοντας την άκρη του τραπεζιού. Σταγόνες ιδρώτα γυάλισαν στο μέτωπό του.
— Το μυαλό μου είναι απολύτως στη θέση του. Και σκοπεύω να το κρατήσω έτσι, — απάντησε η Ελένη, απομακρυνόμενη από τον τοίχο. — Αύριο, στο γλέντι για τα γενέθλια, πες στη μητέρα σου να διαλέγει πιο προσεκτικά τι δοκιμάζει στα εστιατόρια. Ποτέ δεν ξέρεις.
Ο Νίκος προσπάθησε να πεταχτεί όρθιος, όμως μια οξεία κράμπα τον δίπλωσε στα δύο. Με τον αγκώνα του χτύπησε ένα άδειο μπουκάλι που κύλησε στο πάτωμα με κρότο.
— Δημήτρη… — ξεφύσησε μέσα από τα δόντια, χωρίς να μπορεί να ισιώσει. — Φώναξε ταξί… Πάω… στο μπάνιο. Γρήγορα!
Ξεχύθηκε αδέξια στον διάδρομο, σύροντας τις κάλτσες του στο πάτωμα. Η πόρτα έκλεισε απότομα πίσω του και ακούστηκε το κλικ του σύρτη.
Η Ελένη κατευθύνθηκε ήρεμα προς την κρεβατοκάμαρα. Έκλεισε το φερμουάρ της βαλίτσας, κατέβασε από την κρεμάστρα το στεγνό παλτό της και το φόρεσε. Όταν βγήκε στην είσοδο σέρνοντας τη βαλίτσα, οι φίλοι του Νίκου έβαζαν ήδη παπούτσια και μπουφάν, ανυπόμονοι να εξαφανιστούν πριν ολοκληρωθεί το θέαμα.
Η βροχή είχε σταματήσει. Ο αέρας μύριζε καθαριότητα και νωπή άσφαλτο. Η Ελένη πήρε μια βαθιά ανάσα· ένιωθε το στήθος της ελαφρύ για πρώτη φορά μετά από καιρό. Έσφιξε το χερούλι της βαλίτσας και προχώρησε προς τη λεωφόρο. Το κινητό της δονήθηκε — μήνυμα από τη Βασιλική για την αυριανή γιορτή. Το έσβησε χωρίς να το διαβάσει. Την περίμενε ένα ήσυχο βράδυ με μια φίλη, ζεστό τσάι και μια ζωή διαφορετική. Μια ζωή κανονική.
