— Μετέφερα το διαμέρισμα στο όνομα της μητέρας μου και τα χρήματα τα έδωσα στη Δημήτρα! — ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια ο σύζυγος, τη στιγμή που κατέθετε την αίτηση διαζυγίου.
Η Ελένη στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και παρατηρούσε τα δέντρα του Οκτωβρίου. Ο αέρας ξεκολλούσε τα τελευταία κιτρινισμένα φύλλα και τα στροβίλιζε στο πεζοδρόμιο. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα, και οι σταγόνες κυλούσαν νωχελικά πάνω στο τζάμι. Μέσα στο σπίτι επικρατούσε ζεστασιά και θαλπωρή — αποτέλεσμα κόπου πολλών ετών. Κάθε έπιπλο, κάθε μικρό διακοσμητικό είχε επιλεγεί με φροντίδα. Ήταν η κοινή τους φωλιά, το σπίτι που η Ελένη και ο Νικόλαος είχαν αποκτήσει πέντε χρόνια πριν, λίγο μετά τον γάμο τους.
Το ακίνητο είχε καταχωριστεί και στα δύο ονόματα. Τότε αυτό φαινόταν αυτονόητο και δίκαιο. Ήταν νέοι, γεμάτοι σχέδια και αισιοδοξία για το μέλλον. Η Ελένη εργαζόταν ως υπεύθυνη σε μεγάλη εταιρεία logistics, ενώ ο Νικόλαος ήταν μηχανικός σε βιομηχανική μονάδα. Αποταμίευαν μαζί, πανηγύριζαν μαζί κάθε μικρή πρόοδο που τους έφερνε πιο κοντά στο όνειρο της ιδιόκτητης κατοικίας.
Ωστόσο, με τα χρόνια, στη σχέση τους άρχισε να σχηματίζεται ρήγμα. Στην πραγματικότητα, δεν επρόκειτο απλώς για ρωγμή, αλλά για χάσμα που διεύρυνε συστηματικά η μητέρα του Νικολάου, η Παρασκευή.
Η γυναίκα δεν έχανε ευκαιρία να υπενθυμίζει στον γιο της πως η περιουσία οφείλει να παραμένει «στην οικογένεια». Και όταν έλεγε οικογένεια, εννοούσε αποκλειστικά τους εξ αίματος συγγενείς. Η νύφη, κατά τη γνώμη της, ήταν μια προσωρινή παρουσία — κάποια που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εξαφανιστεί από τη ζωή του.

— Νικόλαε, σκέψου το ψύχραιμα, — επαναλάμβανε σε κάθε επίσκεψη. — Αν συμβεί κάτι; Αν χωρίσετε, μακριά από εμάς; Το σπίτι είναι κοινό. Θα πάρει το μισό. Δούλευες τόσα χρόνια για να το χαρίσεις έτσι απλά;
Στην αρχή ο Νικόλαος απομάκρυνε αυτές τις κουβέντες με ένα αδιάφορο νεύμα. Η Ελένη πρόσεχε πώς συνοφρυωνόταν όταν άρχιζε το γνώριμο κήρυγμα. Όμως σταδιακά κάτι μετατοπίστηκε μέσα του. Η Παρασκευή λειτουργούσε με υπομονή, όπως το νερό που σμιλεύει την πέτρα. Σιγά σιγά, οι λέξεις της ρίζωσαν στο μυαλό του.
Η Ελένη αντιλήφθηκε την αλλαγή. Ο άντρας της έγινε πιο ψυχρός, πιο κλειστός. Εκεί όπου άλλοτε συζητούσαν κάθε οικονομική απόφαση, τώρα εκείνος απέφευγε τέτοιες συζητήσεις.
— Νικόλαε, πρέπει να δούμε πώς θα συγκεντρώσουμε χρήματα για να φτιάξουμε το παιδικό δωμάτιο, — του είπε ένα βράδυ.
— Αργότερα… — απάντησε αφηρημένα, χωρίς να απομακρύνει το βλέμμα από το κινητό του.
Είχαν έναν γιο επτά ετών, τον Γεώργιο. Μόλις είχε ξεκινήσει την πρώτη δημοτικού και η Ελένη ήθελε να του διαμορφώσει έναν σωστό χώρο μελέτης. Σκεφτόταν ακόμη να τον γράψει σε επιπλέον μαθήματα μαθηματικών· το παιδί έδειχνε ιδιαίτερη κλίση και εκείνη διέκρινε προοπτική.
Όλα αυτά απαιτούσαν χρήματα. Η Ελένη κάθε μήνα έβαζε στην άκρη ένα συγκεκριμένο ποσό. Στερούνταν μικρές απολαύσεις, ανέβαλε αγορές, κυκλοφορούσε με το περσινό της παλτό αντί να αγοράσει καινούργιο. Αντί για καφέδες με φίλες, προτιμούσε να μαγειρεύει στο σπίτι.
— Κι εσύ αποταμιεύεις, έτσι; — τον ρώτησε κάποτε.
— Φυσικά. Το έχουμε συμφωνήσει. Μαζεύουμε μαζί, — της απάντησε εκείνος.
Η Ελένη δεν είχε λόγο να αμφιβάλει. Οκτώ χρόνια κοινής ζωής της είχαν δώσει την πεποίθηση πως ο Νικόλαος ήταν αξιόπιστος και υπεύθυνος — ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά την είχαν κάνει να τον αγαπήσει.
Η πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο Νικόλαος έδειχνε ανήσυχος. Απομονωνόταν σε άλλο δωμάτιο για να μιλήσει στο τηλέφωνο, χαμηλώνοντας τη φωνή του. Η Ελένη δεν είχε πρόθεση να κρυφακούσει, αλλά κάποιες φράσεις έφταναν αναπόφευκτα στ’ αυτιά της.
— Μαμά, σου λέω, όλα θα γίνουν όπως πρέπει… Ναι… Δεν πρόκειται να το μάθει.
Ένας κόμπος φόβου σχηματίστηκε μέσα της. Τι ακριβώς δεν έπρεπε να μάθει; Τι σχεδίαζε με την Παρασκευή;
Ένα βράδυ αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει.
— Νικόλαε, συμβαίνει κάτι; Είσαι αλλιώς τελευταία.
— Όχι βέβαια, — απάντησε απότομα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τον υπολογιστή. — Από πού σου ήρθε;
— Μιλάς ψιθυριστά με τη μητέρα σου, αποφεύγεις συζητήσεις… Μου φαίνεσαι απόμακρος.
— Έχω πίεση στη δουλειά. Ένα δύσκολο έργο. Μην φαντάζεσαι πράγματα.
Η Ελένη δεν επέμεινε. Ίσως πράγματι περνούσε δύσκολη περίοδο στη δουλειά. Είχε ξανασυμβεί να επιστρέφει κουρασμένος και ευερέθιστος.
Κι όμως, η διαίσθησή της την προειδοποιούσε πως υπήρχε κάτι βαθύτερο.
Εν τω μεταξύ, ο Νικόλαος προχωρούσε μεθοδικά στο σχέδιο που του είχε υποδείξει η μητέρα του.
Η Παρασκευή τον είχε πείσει ότι αργά ή γρήγορα η Ελένη θα ζητούσε διαζύγιο και θα διεκδικούσε το μισό διαμέρισμα. Κατά τη δική της αντίληψη, «έτσι κάνουν όλες». Πρώτα παριστάνουν τις αφοσιωμένες συζύγους και ύστερα παίρνουν όσα μπορούν.
— Πρέπει να προφυλαχθείς, — του έλεγε επίμονα. — Μεταβίβασέ το σε μένα. Προσωρινά μόνο. Όταν περάσει η μπόρα, θα σου το επιστρέψω. Έτσι θα είσαι ασφαλής.
— Κι αν το ανακαλύψει η Ελένη; — δίσταζε εκείνος.
— Δεν θα το μάθει αν δεν της το πεις. Θα τα κανονίσεις διακριτικά. Και αν χρειαστεί, θα πεις πως το κάνατε για να διασφαλίσετε την περιουσία.
Η επιρροή της μητέρας του αποδείχθηκε καθοριστική. Του υπενθύμιζε διαρκώς ότι μόνο εκείνη νοιαζόταν πραγματικά για το καλό του, ότι όλη της τη ζωή την είχε αφιερώσει σε εκείνον.
Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Νικόλαος προχώρησε στη σύνταξη συμβολαίου δωρεάς. Τυπικά, απαιτούνταν και η συναίνεση της συνιδιοκτήτριας, δηλαδή της Ελένης. Ωστόσο, με τη βοήθεια γνωστού συμβολαιογράφου της Παρασκευής, βρέθηκε τρόπος να παρακαμφθεί το εμπόδιο. Ο Νικόλαος απομίμησε την υπογραφή της συζύγου του και τα έγγραφα καταχωρίστηκαν κανονικά.
Το διαμέρισμα δεν τους ανήκε πλέον. Ήταν πλέον ιδιοκτησία της Παρασκευής.
Το επόμενο βήμα ήταν τα χρήματα. Η Ελένη διατηρούσε έναν προσωπικό λογαριασμό, στον οποίο εκείνος δεν είχε πρόσβαση. Υπήρχε όμως και κοινός λογαριασμός για τις μεγάλες δαπάνες. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί αρκετές χιλιάδες ευρώ — καρπός πολυετούς προσπάθειας.
Μια μέρα, όσο η Ελένη βρισκόταν στη δουλειά, ο Νικόλαος πήγε στην τράπεζα και σήκωσε ολόκληρο το ποσό σε μετρητά.
Στη συνέχεια, παρέδωσε τα χρήματα στη Δημήτρα, την αδελφή του.
Η Δημήτρα ζούσε σε άλλη πόλη και διαρκώς ονειρευόταν να ξεκινήσει δική της επιχείρηση. Πότε σκεφτόταν ένα ινστιτούτο ομορφιάς, πότε ένα ανθοπωλείο. Τα σχέδια άλλαζαν συχνά, αλλά ένα πράγμα παρέμενε σταθερό: δεν διέθετε το απαραίτητο κεφάλαιο.
— Πάρε τα, — της είπε, δίνοντάς της έναν φάκελο γεμάτο χαρτονομίσματα. — Κάνε την αρχή. Μόνο μη μιλήσεις σε κανέναν. Ιδίως στην Ελένη.
— Από πού βρέθηκαν όλα αυτά; — απόρησε εκείνη.
— Τα είχα κρατήσει στην άκρη. Δικά μου είναι. Θέλω να σε βοηθήσω.
Η Δημήτρα δεν επέμεινε με ερωτήσεις. Τα χρήματα ήταν μπροστά της, απτά και δελεαστικά. Πήρε τον φάκελο με εμφανή ικανοποίηση και έφυγε χαρούμενη, χωρίς να φαντάζεται ότι αυτή η «βοήθεια» θα πυροδοτούσε σύντομα μια καταιγίδα που κανείς τους δεν είχε προβλέψει.
