– Κι εγώ τι είμαι; Δεν κουράστηκα; Δέκα ώρες ταξίδι με το τρένο έκανα. Κι όμως, χαμογελάω.
Έκλεισα απότομα τον υπολογιστή. Τα δάχτυλά μου είχαν μουδιάσει από το πληκτρολόγιο, η μέση μου διαμαρτυρόταν. Μπροστά μου απλωνόταν σχεδόν ολόκληρος ο μήνας – είκοσι εννέα μέρες ακόμη.
Την τρίτη κιόλας ημέρα, η Παναγιώτα Βασιλοπούλου αποφάσισε να «τακτοποιήσει» το σαλόνι.
Γύρισα από το σούπερ μάρκετ φορτωμένη με τέσσερις σακούλες – λογαριασμός δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ – και για μια στιγμή νόμισα πως μπήκα σε λάθος σπίτι. Ο καναπές είχε τοποθετηθεί κάθετα, η τηλεόραση κοιτούσε πλέον προς το παράθυρο, και ο φίκος που φρόντιζα τρία χρόνια στεκόταν παρατημένος στο πάτωμα του διαδρόμου.
– Έτσι αναπνέει ο χώρος, – ανακοίνωσε με ύφος ειδικού. – Η ενέργεια πρέπει να κυκλοφορεί.
Άφησα τις σακούλες κάτω.
– Κυρία Παναγιώτα, το έχουμε στήσει έτσι επίτηδες. Αν μετακινηθεί ο καναπές, κλείνει το καλοριφέρ και θα σκάμε από τη ζέστη.
– Ανοίγετε λίγο το παράθυρο. Δεν είναι τίποτα.
Κοίταξα τον Αλέξανδρο. Έτριβε τη ράχη της μύτης του – η μόνιμη κίνηση που έκανε όταν δεν ήθελε να πάρει θέση.
– Μαμά, ίσως να το αφήσουμε όπως ήταν… – ψέλλισε.
– Αγόρι μου, έχω σαράντα χρόνια παραπάνω εμπειρίας από εκείνη.
Σήκωσα τον φίκο και τον έβαλα ξανά στο περβάζι. Έπειτα πλησίασα τον καναπέ και άρχισα να τον σπρώχνω.
– Τι νομίζεις ότι κάνεις; – ανασηκώθηκε.
– Τον επαναφέρω στη θέση του. Είναι το σπίτι μας και έτσι το θέλουμε.
Παγωμάρα. Η πεθερά μου γύρισε προς τον Αλέξανδρο. Εκείνος απέφυγε το βλέμμα της. Από το διπλανό δωμάτιο ο Θεόδωρος Μακρής άλλαξε κανάλι, σαν να ήθελε να καλύψει τη σιωπή.
– Να τη χαίρεσαι, Αλέξανδρε. Ψυχρή. Κι εγώ για εσάς το έκανα.
Απομακρύνθηκε στην κουζίνα χτυπώντας τα σκεύη. Έσπρωχνα μόνη τον καναπέ· ο Αλέξανδρος δεν πλησίασε. Ένας πόνος καρφώθηκε ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου.
Το βράδυ μπήκε στο υπνοδωμάτιο.
– Δεν χρειαζόταν να της μιλήσεις έτσι.
– Έτσι πώς;
– Μπροστά σε όλους. Την πλήγωσες.
– Μετακίνησε τα πράγματά μας χωρίς να ρωτήσει.
– Ήθελε να βοηθήσει.
Γύρισα πλευρό χωρίς να απαντήσω. Από το σαλόνι ακουγόταν η φωνή της στο τηλέφωνο: «σκληρή σαν πέτρα», «ο Αλέξανδρός μου υποφέρει», «ούτε μια σούπα της προκοπής δεν ξέρει να φτιάξει».
Επτά χρόνια τα ίδια, με διαφορετικές λέξεις. Κι ο Αλέξανδρος να τρίβει τη μύτη του και να σωπαίνει.
Την επομένη συμπεριφερόταν σαν να μη συνέβη τίποτα. Χαμόγελα, στρώσιμο τραπεζιού – με τα δικά μου σερβίτσια – και ιστορίες στον Ευάγγελο Κωστόπουλο για το πώς «οργάνωσε το σπίτι».
Άνοιξα το ψυγείο. Άδειο. Την προηγούμενη μέρα το είχα γεμίσει για δύο ημέρες. Έξι ενήλικες κατανάλωσαν μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες δύο κιλά κοτόπουλο, βούτυρο, ψωμί, τυρί, λαχανικά, γάλα. Δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ σε μια μέρα.
Πήρα το κινητό. Σημειώσεις. Άρχισα να καταγράφω.
Ως τη δέκατη μέρα είχα αποστηθίσει τα ποσά.
Τρόφιμα: περίπου δύο χιλιάδες διακόσια ημερησίως. Σε δέκα μέρες, είκοσι δύο χιλιάδες. Σε έναν μήνα θα ξεπερνούσαμε τις εξήντα.
Ρεύμα: το πλυντήριο λειτουργούσε καθημερινά. Παλιά το βάζαμε δυο φορές την εβδομάδα. Τώρα έξι γεμάτοι κάδοι αντί για δύο.
Νερό: ο μετρητής έγραφε κατανάλωση ενάμιση μήνα μέσα σε δέκα ημέρες.
Και ο χρόνος μου. Τέσσερις ώρες καθημερινά πάνω από κατσαρόλες. Σαράντα ώρες σε δέκα μέρες – μια ολόκληρη εργάσιμη εβδομάδα χαμένη.
Ο Ευάγγελος και η Αγγελική Μακρή είχαν καταλάβει οριστικά το γραφείο μου. Το φουσκωτό στρώμα στη μέση, ρούχα κρεμασμένα στην καρέκλα μου, ηχείο με λαϊκά στη διαπασών.
Δούλευα στην κουζίνα, στριμωγμένη ανάμεσα σε σανίδα κοπής και βάζα με τουρσιά.
Την Τετάρτη με πήρε πελάτης.
– Κυρία Σταματιάδη, η αναφορά; Την περιμένω τρεις μέρες.
– Αύριο θα τη λάβετε, – απάντησα.
Μόλις έκλεισα, μπήκε η πεθερά μου.
– Μαρίνα, τηγάνισε λίγα μπιφτέκια. Στον Ευάγγελο αρέσουν με πουρέ.
– Δουλεύω.
– Σιγά, μισή ώρα είναι. Ο κιμάς στο ψυγείο.
Δεν υπήρχε κιμάς. Είχα αγοράσει ενάμιση κιλό χθες – τετρακόσια ογδόντα ευρώ – και είχε εξαφανιστεί το ίδιο βράδυ.
– Τελείωσε.
– Ε, πήγαινε πάρε. Απέναντι είναι το μαγαζί.
Έκλεισα τον υπολογιστή. Τα χέρια μου έγιναν γροθιές, τα νύχια μπήχτηκαν στις παλάμες.
Το βράδυ, στο τραπέζι – αφού τελικά αγόρασα ξανά κιμά με δικά μου χρήματα – η Παναγιώτα Βασιλοπούλου άνοιξε νέο θέμα.
– Εμείς με τον Θεόδωρο μαζεύουμε για ανακαίνιση. Δύσκολα με τη σύνταξη. Ο Αλέξανδρος βοηθά, βέβαια. Αλλά τι να φτάσει…
Σήκωσα το βλέμμα.
– Τι εννοείτε “τι να φτάσει”;
Ο Αλέξανδρος κατέθετε κάθε μήνα δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ στους γονείς του. Από τον κοινό μας λογαριασμό. Το γνώριζα, γιατί εγώ κρατούσα τα οικονομικά.
– Δεκαπέντε χιλιάδες… – έκανε μια αδιάφορη κίνηση. – Αυτά δεν φτάνουν ούτε για τα ψώνια του μήνα.
Άφησα το πιρούνι στο πιάτο. Κοίταξα έναν-έναν γύρω από το τραπέζι. Ο Αλέξανδρος πάλι με το ίδιο νευρικό τρίψιμο. Ο Ευάγγελος μασούσε αδιάφορα. Η Αγγελική χαμήλωνε το βλέμμα. Ο Θεόδωρος καθάριζε τον λαιμό του.
– Ωραία λοιπόν, – είπα ήρεμα. – Ας κάνουμε έναν υπολογισμό.
Σταμάτησαν όλοι.
– Μένετε στο σπίτι μας δέκα μέρες.
