– Μαμά, μπαμπά, ο Ευάγγελος Κωστόπουλος με την Αγγελική Μακρή θα έρθουν το Σάββατο. Θα μείνουν σε εμάς για έναν μήνα.
Ο Αλέξανδρος Λάμπρος το ξεστόμισε αδιάφορα, σαν να ανακοίνωνε την πρόγνωση του καιρού. Στεκόταν μπροστά στο ψυγείο, έπινε κεφίρ κατευθείαν από το κουτί και κύλαγε την οθόνη του κινητού του.
Κρατούσα ένα πιάτο. Το ακούμπησα στο τραπέζι όσο πιο ήρεμα μπορούσα.
– Για έναν μήνα; – επανέλαβα.
– Ναι. Ο πατέρας έχει άδεια, η μητέρα το ήθελε καιρό. Θα έρθει κι ο Ευάγγελος με την Αγγελική. Να είμαστε όλοι μαζί λίγο, – χαμογέλασε χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το κινητό. – Μια χαρά δεν είναι;

Μια χαρά. Επτά χρόνια γάμου. Σ’ αυτά τα χρόνια, οι δικοί του είχαν φιλοξενηθεί τέσσερις φορές. Ποτέ λιγότερο από εβδομάδα. Ποτέ με κανονική προειδοποίηση. Τρεις μέρες πριν θεωρούνταν, προφανώς, «έγκαιρη ενημέρωση».
Δουλεύω ως λογίστρια εξ αποστάσεως. Το γραφείο μου είναι ένα μικρό δωμάτιο οκτώ τετραγωνικών δίπλα στην κρεβατοκάμαρα. Ένα γραφείο, υπολογιστής, ντοσιέ στοιχισμένα με ακρίβεια. Το διαμέρισμά μας έχει μόνο δύο δωμάτια· κάθε εκατοστό μετράει.
– Αλέξανδρε, – προσπάθησα να κρατήσω σταθερό τόνο, – είμαστε δύο άνθρωποι και τα δωμάτια επίσης δύο. Πού ακριβώς θα κοιμηθούν τέσσερις ενήλικες;
Σήκωσε επιτέλους το βλέμμα.
– Οι γονείς στο σαλόνι, στον καναπέ. Ο Ευάγγελος με την Αγγελική στο γραφείο σου. Θα πάρουμε φουσκωτό στρώμα.
– Και εγώ πού θα δουλεύω;
– Στο τραπέζι της κουζίνας. Ή στο υπνοδωμάτιο. Φορητό έχεις.
Τον κοιτούσα σιωπηλή. Δεν είχε ρωτήσει. Ούτε «σε πειράζει;» ούτε «τι λες;». Απλώς το ανακοίνωσε. Σαν να ήταν αποκλειστικά δικός του ο χώρος κι εγώ απλώς φιλοξενούμενη.
– Θα μπορούσες τουλάχιστον να το συζητήσεις μαζί μου, – είπα.
– Τι να συζητήσουμε; Είναι οι γονείς μου. Όχι ξένοι.
Ξένοι όχι. Δικοί μου όμως ούτε.
Πήρα βαθιά ανάσα.
– Εντάξει, – απάντησα. – Με έναν όρο. Μαγείρεμα και καθάρισμα δικά σου. Οι καλεσμένοι είναι δικοί σου, άρα κι η φροντίδα τους.
Γέλασε, σαν να είχα πει ανέκδοτο.
– Μαρίνα Σταματιάδη, έλα τώρα. Η μαμά θα μαγειρεύει, της αρέσει.
Δεν σχολίασα. Εδώ και έξι μήνες έβαζα στην άκρη χρήματα. Κάθε μήνα επτά με οκτώ χιλιάδες ευρώ από έξτρα δουλειές που αναλάμβανα τα βράδια, μετά το κανονικό ωράριο. Υπολόγιζα ισολογισμούς άλλων για να μπορέσω να εξασφαλίσω λίγες μέρες ξεκούρασης για μένα. Σαράντα οκτώ χιλιάδες ευρώ περίμεναν σε ξεχωριστή κάρτα.
Η μικρή μου απόδραση. Δεν φανταζόμουν ότι θα χρειαζόταν τόσο σύντομα.
Το Σάββατο εμφανίστηκαν και οι τέσσερις. Τρεις βαλίτσες, δυο ταξιδιωτικές τσάντες και σακούλες από σούπερ μάρκετ με τρία βάζα αγγουράκια και ένα πακέτο πλιγούρι. Προφανώς «δώρο».
Η Παναγιώτα Βασιλοπούλου μπήκε πρώτη. Γυναίκα επιβλητική, με δαχτυλίδια σε κάθε δάχτυλο και φωνή που έκανε τα τζάμια να τρίζουν. Επισκόπησε το χολ σαν επιθεωρήτρια.
– Μικρό σας είναι, – δήλωσε αντί για καλησπέρα. – Κι αυτές οι ταπετσαρίες… Τα ίδια είχα πει και την προηγούμενη φορά.
– Καλώς ήρθατε, – αποκρίθηκα.
Ο Θεόδωρος Μακρής, ο πεθερός μου, άνθρωπος αθόρυβος και σχεδόν αόρατος, μου ένευσε και κατευθύνθηκε κατευθείαν προς την τηλεόραση. Ο Ευάγγελος Κωστόπουλος στριμώχτηκε στο άνοιγμα της πόρτας, κι από πίσω η Αγγελική Μακρή, λεπτή, σιωπηλή, με βλέμμα χαμηλωμένο.
Ο Αλέξανδρος έτρεχε πέρα δώθε: κουβαλούσε αποσκευές, μετακινούσε έπιπλα στο γραφείο μου, άπλωνε το φουσκωτό στρώμα που τελικά κατέλαβε τη μισή επιφάνεια. Το γραφείο μου σπρώχτηκε στον τοίχο τόσο, που η καρέκλα δεν χωρούσε πια.
– Εδώ εργάζομαι, – του ψιθύρισα στην κουζίνα.
– Θα βολευτείς στο τραπέζι. Προσωρινά είναι. Μόνο ένας μήνας.
Μόνο ένας μήνας. Διακόσιες σαράντα ώρες δουλειάς ανάμεσα σε κατσαρόλες και σχόλια.
Την πρώτη μέρα κατέληξα στην κουζίνα. Η Παναγιώτα Βασιλοπούλου δεν μαγείρευε· συντόνιζε. Κάθισε σε ένα σκαμνί, σταύρωσε τα χέρια και άρχισε οδηγίες.
– Πιο ψιλά το κρεμμύδι. Έτσι δεν γίνεται σούπα, γίνεται ζωμός για πέταμα.
– Το καρότο τριμμένο, όχι κύβους. Ποιος τα κάνει αυτά;
– Λάθος λάδι. Θέλει αγνό, όχι αυτό. Αλέξανδρε, πες της να αγοράσει το σωστό.
Τρεις ώρες όρθια. Έψησα τα παντζάρια στον φούρνο για να κρατήσουν το χρώμα τους. Η πεθερά μύρισε την κατσαρόλα και συνοφρυώθηκε.
– Η σούπα πρέπει να είναι σκούρα. Αυτό είναι ροζ νεράκι.
Δεν απάντησα. Ο Αλέξανδρος με τον πατέρα του έβλεπαν ποδόσφαιρο. Η συμφωνία μας ξεχάστηκε μέσα σε μισή μέρα.
Ο Ευάγγελος έφαγε τρεις μερίδες. Η Αγγελική τσιμπολογούσε σιωπηλά. Η Παναγιώτα σχολίαζε κάθε κουταλιά.
– Το αλάτι ξέφυγε, – αποφάνθηκε.
Ο Θεόδωρος Μακρής πήρε δεύτερο πιάτο χωρίς λέξη. Το εξέλαβα ως έπαινο.
Το βράδυ έπλυνα πιάτα για έξι άτομα: είκοσι δύο κομμάτια συνολικά. Ο Αλέξανδρος έβλεπε σειρά. Ο Ευάγγελος είχε αποκοιμηθεί ροχαλίζοντας στο χώρο που άλλοτε ήταν το γραφείο μου.
Κάθισα στο κρεβάτι με τον φορητό υπολογιστή. Με περίμενε επείγουσα αναφορά για τη Δευτέρα. Το φως αντανακλούσε στην οθόνη, το τραπεζάκι ήταν χαμηλό και έβαλα μαξιλάρι κάτω από τους αγκώνες για να αντέξω.
Μέσα από τον τοίχο άκουγα την Παναγιώτα Βασιλοπούλου να λέει πως «η νύφη θα μπορούσε να είναι πιο χαμογελαστή». Καθάριζα τα δόντια μου και άκουγα κάθε λέξη.
– Είναι κουρασμένη, μαμά, – είπε ο Αλέξανδρος με μια δόση αμηχανίας στη φωνή του.
