Ο χώρος ήταν διαμορφωμένος σαν σκηνικό περιοδικού. Μακρύ τραπέζι στρωμένο με κατάλευκα τραπεζομάντιλα, χαμηλός φωτισμός, ένα τρίο μουσικών έπαιζε διακριτικά στο βάθος. Η Αναστασία Σιδέρη φορούσε καινούργιο φόρεμα και στεκόταν διακριτικά δίπλα στον τοίχο, όπως συνήθιζε. Ο Πάνος Σαββίδης, αντίθετα, κυκλοφορούσε στο κέντρο της αίθουσας σαν οικοδεσπότης τηλεοπτικής εκπομπής. Μαυρισμένος, με λαμπερό χαμόγελο, πουκάμισο που –όπως φρόντισε να πει– κόστιζε μια μικρή περιουσία. Αγκαλιές στους άντρες, φιλιά στα χέρια των γυναικών, δυνατά γέλια. Χαρισματικός, αν τον έβλεπες από απόσταση. Αν δεν τον γνώριζες στ’ αλήθεια.
Ακούμπησα το κουτί σε ένα βοηθητικό τραπέζι και σήκωσα προσεκτικά το καπάκι. Η τούρτα έλαμπε κάτω από τα φώτα. Οι καραμελωμένες κλωστές έπιαναν αντανακλάσεις και έμοιαζαν με γυάλινο δίχτυ. Μερικοί πλησίασαν αμέσως, έβγαλαν κινητά, άρχισαν να φωτογραφίζουν.
— Ποιος τη δημιούργησε; — ρώτησε μια κυρία με μπορντό φόρεμα.
— Εγώ, — απάντησα.
— Ασχολείστε επαγγελματικά;
— Είμαι ζαχαροπλάστης.
Ο Πάνος στάθηκε δίπλα μου. Κοίταξε το γλυκό, ύστερα εμένα. Το χαμόγελό του μεγάλωσε.
— Δήμητρα, εντυπωσιακό, δεν λέω. Αλλά τόση κρέμα στο γλυκό… καλύτερα να μην τη δοκιμάζεις όλη μόνη σου, ε; — γέλασε και γύρισε προς τους καλεσμένους. — Η Δήμητρα Σταματιάδη έχει αδυναμία στα γλυκά. Φαίνεται, σωστά;
Και με χτύπησε φιλικά στον ώμο.
Στάθηκα δίπλα σε τέσσερα κιλά δουλειάς, έξι ώρες ορθοστασίας, και είκοσι βλέμματα καρφώθηκαν πάνω μου. Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, άλλοι χαμογέλασαν αμήχανα. Η Αναστασία μελετούσε επίμονα το ποτήρι της.
Μέσα μου δεν άναψε φωτιά. Ήταν κάτι πιο ψυχρό. Σαν να γύρισε ένα κλειδί σε κλειδαριά.
— Πάνο, — είπα ήρεμα, — αυτή η τούρτα κοστίζει δώδεκα χιλιάδες ευρώ. Δούλεψα έξι ώρες για να τη φτιάξω. Μόλις πρόσβαλες τη γυναίκα που σου έφερε χειροποίητο δώρο. Οπότε θα την πάρω πίσω.
Έκλεισα το καπάκι χωρίς βιασύνη.
Ησυχία. Απόλυτη. Ακουγόταν μέχρι και ο θόρυβος από τα πιάτα στην κουζίνα.
— Μιλάς σοβαρά; — ψέλλισε.
— Απόλυτα.
Σήκωσα το κουτί. Το βάρος στα χέρια μου ήταν σταθερό. Βγήκα από την αίθουσα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Ο Γιάννης Θεοδώρου με πρόλαβε στο πάρκινγκ.
— Δήμητρα, περίμενε.
— Θα σε περιμένω στο αυτοκίνητο.
— Δεν το εννοούσε έτσι. Απλώς κάνει πλάκα.
Ακούμπησα το κουτί στο καπό.
— Γιάννη, «πλάκα» κάνει εδώ και επτά χρόνια. Σε κάθε συνάντηση. Μπροστά σε όλους. Δεν θέλω άλλο να προσποιούμαι ότι είναι αστείο. Πάμε.
Φύγαμε. Το επόμενο πρωί την έφερα πίσω στο εργαστήριο. Μέσα σε μία ώρα είχε πουληθεί.
Στη διαδρομή ο Γιάννης δεν μιλούσε. Μόνο όταν μπήκαμε σπίτι είπε:
— Θύμωσε.
— Κι εγώ το ίδιο, — απάντησα.
Εκείνο το βράδυ έμεινα μόνη στην κουζίνα. Το σπίτι ήσυχο, το φως χαμηλό. Σκεφτόμουν ότι τα δώδεκα χιλιάδες ευρώ δεν ήταν το ζήτημα. Ούτε οι έξι ώρες κόπου. Ήταν τα είκοσι άτομα που είδαν πως δεν χαμογέλασα αυτή τη φορά. Δεν ήξερα αν έκανα το σωστό. Όμως στεκόμουν με ίσια πλάτη. Και αυτό αρκούσε.
Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Πάνος τηλεφώνησε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Μας κάλεσε σε πάρτι στην πισίνα του. «Αυτή τη φορά χωρίς γλυκά», είπε γελώντας.
Δεν ήθελα να πάω. Το είπα καθαρά στον Γιάννη. Εκείνος συμφώνησε αρχικά. Δύο μέρες μετά όμως δοκίμασε ξανά.
— Θα είναι ο Νεκτάριος Βασιλόπουλος με την Ελένη Σπυροπούλου. Κι ο Απόστολος Λεοντιάδης. Έχουμε να τους δούμε χρόνια. Δεν σου ζητάω να τα βρείτε. Έλα για μένα.
Για εκείνον. Οκτώ χρόνια «για εκείνον». Κάθε γιορτή, κάθε εκδρομή, κάθε συγκέντρωση. Μέτρησα πρόχειρα: σε επτά χρόνια είχαμε βρεθεί με τον Πάνο γύρω στις εξήντα φορές. Οκτώ με δέκα συναντήσεις τον χρόνο. Καμία χωρίς σχόλιο για το σώμα μου, το φαγητό μου, τα ρούχα μου.
Εξήντα συναντήσεις. Εξήντα μικρές ταπεινώσεις. Κι εγώ πάντα να χαμογελώ ή να σιωπώ. Και ο Γιάννης να λέει: «Δεν το κάνει από κακία».
Τελικά πήγα.
Το σπίτι του Πάνου έξω από την πόλη ήταν επίδειξη επιτυχίας. Μεγάλο οικόπεδο, φωτισμένη πισίνα, χώρος για μπάρμπεκιου. Ξαπλώστρες κατάλευκες, ηχεία με μουσική, τα πάντα τακτοποιημένα σαν έκθεση. Δεκαοκτώ καλεσμένοι. Τους μισούς τους ήξερα.
Φόρεσα ολόσωμο μαγιό και από πάνω μια ελαφριά τουνίκ. Νούμερο πενήντα δύο. Ναι, είμαι μεγαλόσωμη. Το γνωρίζω κάθε πρωί που ντύνομαι, που πηγαίνω στη δουλειά, που διαχειρίζομαι πέντε ζαχαροπλαστεία και πληρώνω μισθούς σε τριάντα δύο ανθρώπους. Το σώμα μου είναι δικό μου. Όχι δικό του θέμα.
Η πρώτη ώρα κύλησε ήρεμα. Ο Πάνος ασχολούνταν με τα κάρβουνα και τους καινούργιους καλεσμένους. Εγώ καθόμουν σε μια ξαπλώστρα, έπινα λεμονάδα και μιλούσα με την Ελένη. Την εκτιμούσα. Κι εκείνη δεχόταν πειράγματα, αλλά σπανιότερα· δεν συναντιόντουσαν συχνά.
Κάποια στιγμή ο Πάνος πλησίασε με ποτήρι στο χέρι, χαμόγελο σταθερό, δέρμα ηλιοκαμένο. Στάθηκε μπροστά μου.
— Δήμητρα, γιατί δεν μπαίνεις στην πισίνα; Το νερό είναι ζεστό.
— Δεν έχω διάθεση, — είπα.
Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος μου, έτοιμος να συνεχίσει.
