«Ρε Γιάννη, τελικά έχεις αδυναμία στις γυναίκες με καμπύλες» — είπε ο Πάνος σφυρίζοντας επιδεικτικά, αφήνοντας τη Δήμητρα αμήχανη

Αλαζονικά υποτιμητική και δηλητηριωδώς προσβλητική συμπεριφορά.
Ιστορίες

— Δήμητρα, καλύτερα άφησε αυτό το πιάτο. Έχει σαλάτα με μαγιονέζα και δεν σου κάνει καλό, — είπε ο Πάνος Σαββίδης, χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα από τα κρέατα που έψηνε στη σχάρα. Και γέλασε, σαν να είχε πετύχει έξυπνο αστείο.

Δώδεκα άτομα καθισμένα γύρω από το μεγάλο τραπέζι. Καλοκαιρινό βράδυ, στη βεράντα του σπιτιού μας. Τα σουβλάκια τα είχα ετοιμάσει από το πρωί. Η μαρινάδα ήταν αποτέλεσμα τριών χρόνων δοκιμών και διορθώσεων. Και η σαλάτα — φυσικά — δική μου δημιουργία.

Επτά χρόνια τώρα το ίδιο μοτίβο. Από την πρώτη κιόλας φορά που ο Γιάννης Θεοδώρου τον έφερε για να γνωριστούμε. Ο Πάνος με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σφύριξε επιδεικτικά και είπε: «Ρε Γιάννη, τελικά έχεις αδυναμία στις γυναίκες με καμπύλες». Χαμογέλασα τότε. Το πέρασα για κακόγουστο χιούμορ.

Δεν ήταν.

Με τον Γιάννη παντρευτήκαμε πριν οκτώ χρόνια. Ήμουν σαράντα, εκείνος τριάντα οκτώ. Και οι δύο με έναν γάμο στο παρελθόν. Ο Γιάννης εργαζόταν ως μηχανικός σε μελετητική εταιρεία. Εγώ, μέχρι τότε, είχα ήδη ανοίξει το δεύτερο κατάστημα της αλυσίδας ζαχαροπλαστείων μου, «Γλυκιά Υπόθεση». Δική μου επιχείρηση. Από το μηδέν, χωρίς δάνεια, χωρίς οικογενειακή στήριξη. Για τρία χρόνια επανεπένδυα κάθε ευρώ στην ανάπτυξη. Όταν παντρευτήκαμε, είχα δύο καταστήματα. Σήμερα είναι πέντε.

Ο Πάνος ήταν φίλος του Γιάννη από το δημοτικό. Μεγάλωσαν μαζί, υπηρέτησαν μαζί στον στρατό, κάθε Οκτώβριο πάνε για ψάρεμα. Για τον άντρα μου είναι κάτι παραπάνω από φίλος — σχεδόν αδελφός. Το καταλάβαινα αυτό. Γι’ αυτό και ανεχόμουν.

Ο Πάνος διατηρεί διαφημιστική εταιρεία, τη «Breeze Media». Δημιουργία λογοτύπων, συσκευασίες, ψηφιακή προώθηση. Τα πηγαίνει αρκετά καλά, οφείλω να παραδεχτώ. Υπήρχε όμως μια λεπτομέρεια που αγνοούσε. Πριν έξι χρόνια χρειάστηκα συνεργάτη για πλήρες rebranding: νέα εταιρική ταυτότητα, ανασχεδιασμό μενού, επιγραφές, συσκευασίες. Η υπεύθυνη μου, η Ιωάννα Σπυροπούλου, έφερε τρεις προτάσεις. Ανάμεσά τους και η «Breeze Media». Είχαν την καλύτερη προσφορά και ταχύτερη παράδοση. Υπέγραψα σύμβαση μέσω της εταιρείας μου, «Κοντίτερ Πλας ΙΚΕ». Επαφή ορίστηκε η Ιωάννα. Ο Πάνος συνεργαζόταν έξι ολόκληρα χρόνια με την επιχείρησή μου, χωρίς να έχει ιδέα ότι η βασική του πελάτισσα ήταν η σύζυγος του καλύτερού του φίλου.

Ο ετήσιος προϋπολογισμός μου για την εταιρεία του έφτανε τα 4.800.000 ευρώ. Σχεδιασμός μενού, καμπάνιες εποχικές, εικόνα νέων καταστημάτων, διαχείριση κοινωνικών δικτύων. Τετρακόσιες χιλιάδες ευρώ κάθε μήνα, με απόλυτη συνέπεια.

Ο Γιάννης το γνώριζε. Του είχα ζητήσει να μη μιλήσει. Δεν ήθελα να μπλεχτούν η φιλία τους με τις δουλειές μου. Και κράτησε τον λόγο του.

Ο Πάνος, από την άλλη, συνέχιζε τα «αστεία».

Εκείνο το βράδυ στη βεράντα άφησα στο τραπέζι την τελευταία πιατέλα — ψητά λαχανικά — και κάθισα δίπλα στον Γιάννη. Ο Πάνος είχε ήδη γεμίσει τα ποτήρια με κρασί. Η Αναστασία Σιδέρη, η γυναίκα του, καθόταν απέναντι και κοιτούσε επίμονα το πιάτο της. Πάντα το ίδιο έκανε όταν εκείνος άρχιζε.

— Δήμητρα, δεν σκέφτεσαι να χάσεις κανένα κιλό μέχρι το καλοκαίρι; — είπε, δίνοντας της το ποτήρι. — Φοράς μαγιό ή κρύβεσαι πίσω από παρεό;

Σιωπή. Κάποιος καθάρισε τον λαιμό του αμήχανα. Ο Γιάννης ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό μου. Γνωστή κίνηση. «Μην αντιδράς. Δεν το εννοεί».

Σήκωσα το ποτήρι και τον κοίταξα ευθεία.

— Πάνο, γνωρίζεις ότι η εταιρεία σου δεν έχει ακόμη εξοφλήσει το δάνειο για τα γραφεία; — ρώτησα ήρεμα, σαν να ανέφερα τον καιρό. Το ήξερα τυχαία: η Ιωάννα είχε αναφέρει καθυστέρηση σε παραδοτέα λόγω προβλημάτων με το ενοίκιο.

Το χαμόγελό του πάγωσε για μια στιγμή. Ύστερα ξαναβρήκε το γνώριμο ύφος.

— Και πού το έμαθες αυτό; — είπε, στριφογυρίζοντας το κρασί. — Σου το είπε ο Γιάννης; Μπράβο, ρε φίλε.

Ο Γιάννης δεν απάντησε.

Τελείωσα το ποτό μου. Ο Πάνος άλλαξε θέμα — ποδόσφαιρο, διακοπές, καινούργιο αυτοκίνητο. Το συνηθισμένο του ρεπερτόριο. Σκέφτηκα πως δεν άξιζε να συνεχίσω.

Όταν έφυγαν όλοι, έπλενα τα πιάτα. Ο Γιάννης με αγκάλιασε από πίσω.

— Συγχώρεσέ τον. Έτσι είναι ο χαρακτήρας του.

— Το «έτσι είναι» δεν είναι δικαιολογία, — του απάντησα.

Με φίλησε στον αυχένα και πήγε για ύπνο. Έμεινα μόνη στην κουζίνα. Το καυτό νερό έτρεχε πάνω στα χέρια μου, μα δεν ένιωθα ζέστη — μόνο κούραση. Επτά χρόνια ίδια λόγια, ίδιες απολογίες, ίδια αμήχανη σιωπή γύρω από το τραπέζι.

Έναν μήνα αργότερα, ο Πάνος τηλεφώνησε. Μας κάλεσε στα σαράντα δύο του.

Έφτιαξα τούρτα. Ίσως ήταν ανόητο, αλλά αυτή είναι η δουλειά μου. Τριώροφη, με γλάσο σοκολάτας και καραμελένιες λεπτομέρειες. Έξι ώρες εργασίας. Ξεχωριστά οι μαρέγκες, ξεχωριστά οι στρώσεις, ξεχωριστά η διακόσμηση. Ζύγιζε σχεδόν τέσσερα κιλά.

Ο Γιάννης μετέφερε το κουτί στο αυτοκίνητο με προσοχή, σαν να κρατούσε βρέφος.

— Είναι εντυπωσιακή, — είπε. — Θα ξετρελαθεί.

Ξετρελάθηκε. Όχι όμως με τον τρόπο που περιμέναμε.

Είκοσι καλεσμένοι. Το εστιατόριο που ο Πάνος Σαββίδης είχε κλείσει για το βράδυ.

Ψίθυροι Ζωής