Το βλέμμα της έλαμπε σαν ανθρώπου που μόλις ανακάλυψε θαμμένο θησαυρό.
— Πού ετοιμάζεσαι να πας έτσι; — απόρησε ο Ανδρέας Βενιζέλος. — Δεν θα πηγαίναμε στη μητέρα μου; Είχαμε να φτιάξουμε την ντουλάπα και να κουβαλήσουμε πατάτες…
— Εσύ θα πας στη μητέρα σου, — απάντησε ήρεμα η Ελένη Γιαννοπούλου. — Εγώ έχω ραντεβού με μεσίτη. Και στη συνέχεια με δικηγόρο.
— Με… τι; Για ποιο λόγο; — η έκφρασή του πάγωσε.
— Χθες το βράδυ συλλογίστηκα σοβαρά όσα είπε η μητέρα σου. Για την ανωτερότητα της ψυχής, για τις οικογενειακές αξίες… Και κατέληξα πως έχει απόλυτο δίκιο. Έχουμε προσκολληθεί υπερβολικά στα υλικά. Ώρα να ελαφρύνουμε τα βάρη μας.
— Δεν καταλαβαίνω…
— Είναι απλό. Αφού δεν υπολογίζουμε σε καμία κληρονομιά, τότε δεν μας δένει τίποτα. Καμία υποχρέωση. Μίλησα ήδη με τη δική μου μητέρα· ενθουσιάστηκε με την απόφασή μου.
Ο Ανδρέας ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Όταν η Ελένη μιλούσε με αυτό το γλυκό, σχεδόν μελιστάλαχτο ύφος, συνήθως ακολουθούσε είτε ριζική ανακαίνιση είτε η δική του άνευ όρων παράδοση.
— Ελένη, σε παρακαλώ, πες μου τι ετοιμάζεις.
— Τίποτα δραματικό. Από σήμερα εφαρμόζουμε το σύστημα «ο καθένας υπεύθυνος για τον εαυτό του». Η μητέρα σου νοικιάζει το διαμέρισμα; Με τα έσοδα μπορεί να πληρώνει τεχνίτη για τις δουλειές και υπηρεσία διανομής για τα ψώνια. Εμείς θα αποταμιεύουμε για τη δική μας προκαταβολή. Και για αρχή, ακύρωσα τη δεύτερη κάρτα σου. Εκείνη με την οποία “ξεχνούσες” να επιστρέψεις τα χρήματα που έπαιρνες για χάρη τους.
Το πρόσωπό του άδειασε από χρώμα.
— Μα… θα πληγωθεί. Η Αθηνά Παπακώστας θα βάλει τα κλάματα…
— Τα δάκρυα εξαγνίζουν, — του έκλεισε το μάτι. — Και μιας που το ανέφερες, έκανα κι ένα μικρό δωράκι στην Αθηνά. Έστειλα το βιογραφικό της σε μια εταιρεία που αναζητά άτομα με τα… ιδιαίτερα προσόντα της.
— Ποια προσόντα; — ψέλλισε.
— Την ικανότητα να κάθεται ακίνητη και να μη συνεισφέρει τίποτα. Μόνο που εκεί, αν το κάνει, επιβάλλεται πρόστιμο.
Ολόκληρη την ημέρα η Ελένη έμεινε εκτός σπιτιού. Είχε κλείσει επίτηδες το κινητό της, γνωρίζοντας πως από την άλλη πλευρά θα ξέσπαγε καταιγίδα. Επέστρεψε αργά, φορτωμένη όχι με σακούλες από το σούπερ μάρκετ, αλλά με φακέλους και έγγραφα. Το διαμέρισμα ήταν ασυνήθιστα ήσυχο. Ο Ανδρέας καθόταν στον καναπέ με το κεφάλι χωμένο στις παλάμες.
— Λοιπόν; — ρώτησε εκείνη ζωηρά, βγάζοντας τα τακούνια της. — Η ντουλάπα σώθηκε; Οι πατάτες αγοράστηκαν;
— Ήταν εφιάλτης, — μουρμούρισε. — Η Δήμητρα Βλάχος με αποκάλεσε αχάριστο και σε χαρακτήρισε φίδι. Η Αθηνά κλείστηκε στο δωμάτιο και έκλαιγε επειδή αρνήθηκα να πληρώσω το σεμινάριο “Αναπνοές μήτρας για προσέλκυση αφθονίας”. Κι όταν τους είπα ότι η κάρτα δεν έχει υπόλοιπο… η μητέρα μου παραλίγο να μου πετάξει ένα βάζο. Με είπε κακό γιο.
— Θαυμάσια, — αποκρίθηκε εκείνη ψύχραιμα. — Το πρώτο στάδιο αποτοξίνωσης ολοκληρώθηκε. Προχωράμε στο επόμενο.
— Υπάρχει κι άλλο; — την κοίταξε έντρομος.
— Αύριο τους καλούμε για δείπνο. Επίσημο. Θα ετοιμάσω κάτι ξεχωριστό.
— Δεν πρόκειται να έρθουν. Είναι έξαλλες μαζί μας.
— Θα εμφανιστούν. Έστειλα μήνυμα στην Αθηνά ότι έχω μια πρόταση που δύσκολα θα απορρίψει. Αφορά το διαμέρισμα που σκοπεύουν να νοικιάσουν.
— Θέλεις να βοηθήσεις με την ενοικίαση; — ρώτησε με μια σπίθα ελπίδας.
— Θέλω κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Να αρχίσει, επιτέλους, αυτό το ακίνητο να λειτουργεί υπέρ της δικής μας οικογένειας.
Το βράδυ η Ελένη σημείωνε ασταμάτητα σε ένα τετράδιο, πότε-πότε αφήνοντας ένα χαμηλό γελάκι να της ξεφύγει. Ένιωθε σαν σκακίστρια που έχει ήδη δει το ματ, ενώ οι αντίπαλοι αγνοούν τον κίνδυνο. Η Δήμητρα Βλάχος και η Αθηνά πίστευαν πως είχαν εξασφαλίσει άνεση εκμεταλλευόμενες τον «δυνατό γιο». Ξεχνούσαν, όμως, πως πίσω από αυτόν στεκόταν μια γυναίκα ικανή να μετατρέπει τα εμπόδια όχι απλώς σε ευκαιρίες, αλλά σε καύσιμο για αντεπίθεση.
Την επόμενη ημέρα, ακριβώς στις έξι, το κουδούνι ήχησε κοφτά. Στο κατώφλι στεκόταν η Δήμητρα με ύφος πληγωμένης αυτοκράτειρας και δίπλα της η Αθηνά, τυλιγμένη σε κασκόλ λες και κατευθυνόταν σε αποστολή στην Αρκτική αντί για το διαμέρισμα του αδελφού της.
— Ήρθαμε μόνο για τα παιδιά, — δήλωσε ψυχρά η πεθερά περνώντας μέσα. — Και για να ακούσουμε τη συγγνώμη σου, Ελένη.
— Μα φυσικά, — απάντησε γλυκά εκείνη. — Καθίστε στο τραπέζι. Απόψε έχουμε ιδιαίτερο μενού. Οικογενειακό.
Πάνω στο τραπέζι δεν υπήρχαν εκλεκτά πιάτα ούτε περίτεχνα ορεκτικά. Μια μεγάλη κατσαρόλα με σκέτα μακαρόνια αχνίζε στο κέντρο και δίπλα της βρισκόταν ένα πιάτο με κομμένο ψωμί.
— Και τα υπόλοιπα πού είναι; — ρώτησε απορημένη.
