— «Αννούλα, ήρθες με το λεωφορείο;»… «Αννούλα, μάλλον περνάτε δύσκολα αυτόν τον καιρό…»… «Αννούλα, μας περίσσεψαν μερικά ρολάκια, να τα πάρεις για τα παιδιά;» Παιδιά δεν έχουμε, Καλλιόπη. Αλλά σ’ ευχαριστώ που στο δικό σου σύμπαν παραμένω η γυναίκα στην οποία προσφέρουν τα αποφάγια από καλοσύνη.
Η Καλλιόπη χλώμιασε.
— Το έκανα από ενδιαφέρον.
— Όχι. Ήταν εκείνο το βλέμμα από ψηλά προς τα κάτω, βαφτισμένο «ευγένεια».
Η Σταματία Μακρή άνοιξε τα χέρια αγανακτισμένη.
— Θεέ μου, τι αχαριστία! Σε δεχτήκαμε στο σπίτι μας, σε ανεχτήκαμε…
— Με ανεχτήκατε; — η Άννα γέλασε κοφτά. — Να σας απονείμουμε και παράσημο αντοχής; Δεν με δεχτήκατε ποτέ. Από την πρώτη στιγμή με καταχωρήσατε ως το λάθος του Γιώργου Θεοχαρίδη. Γιατί δεν είχα διαμέρισμα, ούτε αυτοκίνητο, ούτε «σωστό» επίθετο. Και γιατί δεν ξέρω να χαμογελώ όταν κάποιος με μειώνει.
Από το σαλόνι ακούστηκε η αμήχανη φωνή κάποιας θείας:
— Να βάλω λίγο τσάι, μήπως;
— Μείνετε όπως είστε! — φώναξε η Σταματία χωρίς να γυρίσει καν.
Η Άννα ίσιωσε το λουρί της τσάντας της στον ώμο.
— Όπως και να ’χει, χρόνια σας πολλά. Ειλικρινά. Μακάρι κάποτε να καταλάβετε πως γύρω σας υπάρχουν άνθρωποι, όχι υπάλληλοι ούτε κατάλογος επιτυχιών.
— Άντε χάσου!
— Αυτό ακριβώς κάνω.
Γύρισε προς τη σκάλα.
— Άννα! — ακούστηκε ο Ανδρέας Παύλου. — Περίμενε.
Στάθηκε ένα σκαλί πιο κάτω. Εκείνος βγήκε στο πλατύσκαλο, αφήνοντας την πόρτα μισάνοιχτη — αρκετά ώστε να ακούνε μέσα, αλλά να προσποιούνται πως δεν ακούν.
— Μην το κάνουμε θέμα σαν παιδιά, — της είπε χαμηλόφωνα. — Γύρνα πίσω, δώσε τα χρήματα και τελείωσε. Δεν χρειάζεται να τινάξουμε τα πάντα στον αέρα.
— Έχουν τιναχτεί εδώ και καιρό. Και δεν έφταιξα εγώ.
— Μάνα μας είναι.
— Και ο Γιώργος έχει μία ψυχή. Μία αντοχή.
— Τον στρέφεις εναντίον μας.
Η Άννα τον κοίταξε ήρεμα.
— Όχι, Ανδρέα. Η οικογένειά σου τον έστρεφε χρόνια εναντίον του ίδιου του εαυτού του. Να νιώθει πάντα λίγος. Βολικό, έτσι; Ο ένας γιος να λάμπει κι ο άλλος να στέκεται στη σκιά, ευγνώμων που του επιτρέπεται να υπάρχει.
Ο Ανδρέας κατέβασε τα μάτια.
— Δεν είναι τόσο απλό.
— Τότε κάν’ το απλό. Εξήγησέ μου.
— Η μητέρα έχει δύσκολο χαρακτήρα, το ξέρω. Αλλά μας μεγάλωσε μόνη της μετά το διαζύγιο. Πάλευε για να σταθούμε στα πόδια μας, να γίνουμε «κάτι».
— Και γι’ αυτό έμαθε στον έναν πως είναι αλάνθαστος και στον άλλον πως θα είναι πάντα ο λιγότερο επιτυχημένος;
— Δεν το έβλεπα έτσι.
— Τότε γιατί κάθε συζήτηση καταλήγει σε λεφτά, σε τίτλους, σε «ποιος προχώρησε περισσότερο»; Γιατί μετά από κάθε τηλεφώνημά της ο Γιώργος βυθίζεται στη σιωπή για ώρες; Και γιατί εσύ τώρα δεν λες «Μαμά, κάνεις λάθος», αλλά μου ζητάς να γυρίσω πίσω και να το καταπιώ;
Ο Ανδρέας πέρασε το χέρι στο πρόσωπό του.
— Δεν θέλω σκηνές στα γενέθλιά της.
— Ούτε εγώ θέλω να παίζω το χαλάκι της εισόδου. Ούτε σήμερα ούτε ποτέ.
Η πόρτα άνοιξε λίγο περισσότερο και ξεπρόβαλε η Καλλιόπη Θεοδώρου.
— Ανδρέα, θα αργήσεις; Περιμένουν να κάνεις πρόποση.
Έριξε μια ματιά στην Άννα και χαμογέλασε ειρωνικά.
— Ειλικρινά τώρα, για πέντε χιλιάδες ευρώ τόση φασαρία; Δεν είναι και κανένα ποσό.
Η Άννα στένεψε τα μάτια.
— Τέλεια. Αφού είναι ασήμαντο, δεν θα σας λείψει.
Η Καλλιόπη έμεινε για μια στιγμή άφωνη.
— Ζηλεύεις, — πέταξε τελικά. — Πάντα ζήλευες.
— Τι ακριβώς; Την ικανότητά σου να χαμογελάς και ταυτόχρονα να κλωτσάς κάτω από το τραπέζι; Όχι, ευχαριστώ. Τα παπούτσια μου μπορεί να μην είναι επώνυμα, αλλά δεν με στενεύει η συνείδηση.
— Φτάνει, — είπε απότομα ο Ανδρέας.
— Συμφωνώ, — απάντησε η Άννα. — Φτάνει.
Κατέβηκε τα σκαλιά, βγήκε από την πολυκατοικία και μόλις βρέθηκε στον δρόμο κατάλαβε πως ανέπνεε σαν να είχε τρέξει χιλιόμετρα. Η βροχή είχε σχεδόν κοπάσει· η άσφαλτος γυάλιζε κάτω από τα φώτα, κάποιος κουβαλούσε σακούλες από το σούπερ μάρκετ, στην παιδική χαρά ένα ξεχασμένο φτυαράκι μούσκευε στη λάσπη. Μια συνηθισμένη βραδιά. Κι όμως, μέσα της απλώθηκε μια απρόσμενη ηρεμία.
Έβγαλε το κινητό και κάλεσε τον Γιώργο.
— Ναι; — απάντησε αμέσως. — Τι έγινε;
— Έφυγα.
Σιωπή.
— Δηλαδή;
— Δηλαδή τους ευχήθηκα, άκουσα το καθιερωμένο πρόγραμμα υποτίμησης, κράτησα τα χρήματα και έφυγα.
Άλλη μια παύση. Έπειτα, διστακτικά:
— Μπορείς να το ξαναπείς;
— Τα λεφτά είναι μαζί μου. Δεν τα έδωσα. Και δεν γύρισα πίσω.
Από την άλλη άκρη ακούστηκε μια βαθιά, θορυβώδης ανάσα. Η Άννα χαμογέλασε.
— Θεέ μου, Άννα…
— Τι;
— Δεν θυμάμαι πότε σε αγάπησα τόσο δυνατά όσο αυτή τη στιγμή.
— Αυτό μοιάζει περισσότερο με γάμο παρά με οικογενειακό πρωτάθλημα αντοχής.
Γέλασε χαμηλά.
— Η μητέρα φώναζε;
— Σαν σειρήνα.
— Η Καλλιόπη ανακατεύτηκε;
— Φυσικά. Χωρίς εκείνη το δηλητήριο χάνει τη γεύση του.
— Ο Ανδρέας;
— Παγιδευμένος ανάμεσα στη συνείδηση και στην άνεσή του. Διάλεξε το γνώριμο.
— Καταλαβαίνω…
— Γιώργο.
— Ναι;
— Δεν ξαναπάω εκεί. Κι εσύ δεν είσαι υποχρεωμένος να πηγαίνεις. Ούτε σε γιορτές ούτε για δουλειές ούτε για «η μάνα το ζήτησε».
Έμεινε σιωπηλός λίγο.
— Ντρέπομαι που το σήκωσες εσύ όλο αυτό.
— Μην το κάνεις. Έπρεπε να το δω καθαρά. Τώρα δεν έχω καμία αυταπάτη.
— Και τι κάνουμε από εδώ και πέρα;
Η Άννα κοίταξε γύρω της. Στη γωνία άναβε η ταμπέλα ενός μικρού ζαχαροπλαστείου, δίπλα ένας φούρνος μοσχοβολούσε βανίλια και καφέ.
— Θα πάρω κάτι γλυκό και θα έρθω σπίτι. Να γιορτάσουμε την αρχή της ενήλικης ζωής μας.
— Γιορτή ανυπακοής;
— Γιορτή λογικής.
— Πάρε εκλέρ.
— Μιλάς σαν κουρασμένος υπάλληλος γραφείου.
— Είμαι κουρασμένος υπάλληλος γραφείου.
— Θα πάρω και ρολό με παπαρουνόσπορο.
— Βάζω νερό για τσάι.
— Και βγάλε τα καλά πιάτα. Όχι εκείνα τα δυο σπασμένα που κρατάς για «δεν πειράζει».
— Κι αν έρθει κανείς;
— Απόψε ο καλεσμένος είμαι εγώ. Και έχω απαιτήσεις.
Όταν έφτασε, ο Γιώργος την περίμενε στον διάδρομο. Δεν την κατέκλυσε με ερωτήσεις. Πήρε απλώς την τσάντα από το χέρι της και την αγκάλιασε τόσο σφιχτά που ένιωσε επιτέλους να λύνεται ο κόμπος μέσα της.
— Λοιπόν; — είπε εκείνη ακουμπώντας στο στήθος του. — Ο αποτυχημένος και η φτωχή επέστρεψαν.
— Δυνατό δίδυμο, θα έλεγα.
Πήγαν στην κουζίνα — μικρή, στριμωγμένη, με μαγνητάκια στο ψυγείο και καλοριφέρ που λειτουργούσε κατά βούληση. Άπλωσε τα γλυκά σε ένα πιάτο, έβαλε το νερό να βράσει.
— Πες μου τα όλα από την αρχή, — είπε.
— Θα πάρει ώρα.
— Δεν φεύγω πουθενά. Σε αντίθεση με τη μητέρα μου όταν βλέπει φάκελο.
Η Άννα του τα διηγήθηκε λεπτομερώς: πού στεκόταν η Σταματία, πώς χαμογελούσε η Καλλιόπη, τι έλεγε ο Ανδρέας, πώς οι συγγενείς προσποιούνταν πως δεν άκουγαν. Ο Γιώργος στην αρχή σκοτείνιασε, ύστερα κούνησε το κεφάλι, και στο τέλος ξέσπασε σε γέλιο.
— Τι βρήκες αστείο;
— «Ακαδημία παθητικής επιθετικότητας με άριστα». Κρίμα που δεν είδα την έκφραση της Καλλιόπης.
— Σαν να της σέρβιραν κομπόστα αντί για κρασί.
Έβαλε τσάι και κάθισε απέναντί της.
— Ξέρεις… πάντα πίστευα πως πρέπει να αντέχω. Ότι μάνα είναι μάνα, πως απλώς είναι απότομη, πως είχε δύσκολη ζωή και ότι όλα αυτά εξηγούν τη συμπεριφορά της.
