“Το λες σοβαρά αυτό, Σταματία Μακρή, ή κάθε Παρασκευή στήνετε δωρεάν παράσταση για το σόι;” — φώναξε ο Γιώργος και πέταξε στο τραπέζι έναν λευκό φάκελο με 5.000€ κάνοντας τους λογαριασμούς να σκορπιστούν

Αυτή η απεχθής αδικία κατατρώει κάθε αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

— Για ποιο λόγο; Αφού μόνη σου είπες πως θα σταθείς για λίγο.

Από το σαλόνι ακούστηκε αντρική φωνή:

— Σταματία, ποιος είναι;

— Το… παράρτημα της οικογένειας! — απάντησε μεγαλόφωνα εκείνη. — Μας έφεραν την οικονομική ενίσχυση.

Κάποιοι γέλασαν πνιχτά πίσω από την πόρτα.

Η Καλλιόπη Θεοδώρου ήπιε μια γουλιά κρασί και έγειρε το κεφάλι με προσποιητή κατανόηση.

— Άννα, μην το παίρνεις κατάκαρδα. Απλώς ο χώρος είναι περιορισμένος. Όταν μαζεύονται πολλοί, γίνεται μια… ιεράρχηση. Καταλαβαίνεις, φαντάζομαι. Δεν είναι προσωπικό.

— Ιεράρχηση; — επανέλαβε η Άννα.

— Όχι με τίτλους και τέτοια, — εξήγησε γλυκερά η Καλλιόπη. — Απλώς ποιοι ανήκουν στον στενό κύκλο και ποιοι λίγο πιο έξω. Είσαι ώριμη γυναίκα, ξέρεις πώς λειτουργούν αυτά.

— Α, οι «λεπτές ισορροπίες». Πολύ βολική λέξη όταν θέλεις να προσβάλεις με στυλ.

Η Σταματία Μακρή ίσιωσε τους ώμους.

— Μάλιστα, βγήκε και φωνή. Άννα, άσε τα πείσματα. Δεν σας παίρνει με τον Γιώργο να έχετε τέτοιες πολυτέλειες. Με το ζόρι τα βγάζετε πέρα. Αν μπήκες στον κόπο να έρθεις, τουλάχιστον φέρσου διακριτικά.

Η Άννα άνοιξε αργά την τσάντα της και ψηλάφησε τον φάκελο. Η καρδιά της χτυπούσε βαριά, σαν να ήθελε να σπάσει κάτι μέσα της.

— Τα καταφέρνουμε μια χαρά.

— Σοβαρά; — η Σταματία ανασήκωσε το φρύδι. — «Μια χαρά» είναι όταν σαραντάρης άντρας κυκλοφορεί με το μετρό και νοικιάζει διαμέρισμα στα προάστια; Μην αστειεύεσαι. Ο Ανδρέας, για παράδειγμα, μου πήρε καινούρια τηλεόραση, πλήρωσε εκδρομή, πρότεινε μέχρι και εστιατόριο. Εγώ είπα να μείνουμε σπίτι, πιο ζεστά. Εσείς τι συνεισφέρετε, άραγε; Φοβάμαι να το φανταστώ.

— Μη φοβάστε, — απάντησε χαμηλόφωνα η Άννα. — Δεν κολλάει.

Η Καλλιόπη χαμογέλασε, πνίγοντας ένα γελάκι.

— Άννα, μην αρπάζεσαι. Η Σταματία Μακρή ανησυχεί για τον Γιώργο. Είναι μητέρα.

— Αν αυτό λέγεται ανησυχία, τότε δεν θέλω να δω πώς μοιάζει η στοργή, — ανταπέδωσε η Άννα.

Η Σταματία άπλωσε πιο επίμονα το χέρι.

— Τέλος οι κουβέντες. Δώσε τον φάκελο και πήγαινε. Ο κόσμος ήρθε να γιορτάσει, όχι να ακούει δράματα στο κατώφλι.

Η Άννα κοίταξε τα βαριά δαχτυλίδια, τα προσεγμένα νύχια, το αυτάρεσκο ύφος της Καλλιόπης. Από την ανοιχτή πόρτα του σαλονιού οι συγγενείς έκαναν πως συζητούσαν, μα κανείς δεν έχανε λέξη.

Και τότε κάτι μέσα της μετακινήθηκε. Όχι με θόρυβο· σαν διακόπτης που γυρίζει αθόρυβα.

— Έχετε δίκιο, — είπε ήρεμα. — Δεν σκοπεύω να σας χαλάσω τη βραδιά.

Αντί να βγάλει τον φάκελο, έκλεισε την τσάντα. Το φερμουάρ ακούστηκε καθαρά, σαν να κόπηκε η μουσική.

Η Σταματία ανοιγόκλεισε τα μάτια.

— Τι σημαίνει αυτό;

— Αυτοπροστασία. Τα χρήματα πάνε εκεί που υπάρχει σεβασμός. Κι εδώ, όταν με κρατάτε στο κατώφλι και με μετράτε με «κριτήρια κύκλου», δεν τον βλέπω.

— Έχεις τα λογικά σου; — ψιθύρισε κοφτά η πεθερά. — Δώσ’ τα εδώ! Είναι δώρο για μένα!

— Τα δώρα προσφέρονται, δεν αρπάζονται σαν μισθός από υπάλληλο που φταίει.

— Ο γιος μου μου χρωστάει!

— Μπορεί. Αλλά δεν σας χρωστάει το δικαίωμα να προσβάλλετε τη γυναίκα του. Κι όμως, το κάνετε με αξιοσημείωτη συνέπεια.

Η Καλλιόπη πλησίασε.

— Αυτή τη στιγμή φέρεσαι άσχημα. Η Σταματία δεν αντέχει εντάσεις.

— Τότε γιατί κάθε φορά που με βλέπετε, ξεκινάτε μία;

— Κανείς δεν ξεκινά τίποτα, — χαμογέλασε παγωμένα. — Απλώς άλλο η φιλοξενία κι άλλο η υποχρέωση να ανεχόμαστε υπερβολές.

— Το μάθημα αυτό το πήρες με άριστα; — αντέτεινε η Άννα. — Σχολή παθητικής επιθετικότητας;

Από μέσα ακούστηκε συγκρατημένο γελάκι.

Η Σταματία κοκκίνισε.

— Πώς τολμάς να μιλάς έτσι στο σπίτι μου!

— Όπως τολμάτε να μιλάτε έτσι στον Γιώργο τόσα χρόνια, — ύψωσε τη φωνή για πρώτη φορά η Άννα. — Νομίζετε ότι δεν μου λέει; Δεν βλέπω πώς καταρρέει μετά από κάθε τηλεφώνημά σας; Από τους δύο γιους, ο ένας είναι πάντα ο «άξιος» κι ο άλλος ο μόνιμα ανεπαρκής. Και απορείτε που δεν ήρθε;

— Δεν ήρθε γιατί είναι αδύναμος! — αντέτεινε κοφτά η Σταματία. — Ο Ανδρέας δεν θα το έκανε ποτέ.

— Βεβαίως. Ο Ανδρέας έρχεται μία φορά τον μήνα με γυαλιστερό αυτοκίνητο, κάνει μια εντυπωσιακή κίνηση και φεύγει. Κι έπειτα ποιος τρέχει για τις βλάβες, τα χαρτιά, τις ουρές; Ποιον παίρνετε τηλέφωνο;

Σιωπή απλώθηκε στον διάδρομο.

Η Καλλιόπη στένεψε το βλέμμα.

— Πρόσεχε τι λες.

— Κι εσύ πρόσεχε την έκφρασή σου. Δείχνεις σαν να σου ακύρωσαν προνόμιο.

— Εγώ, πάντως, προσφέρω πολλά στην οικογένεια.

— Στήνεις σκηνικά. Αυτό κυρίως.

Η Σταματία στάθηκε απέναντί της.

— Φύγε. Και μην ξαναπατήσεις.

— Με χαρά, — απάντησε η Άννα. — Τουλάχιστον σε αυτό συμφωνούμε.

— Τα χρήματα θα μείνουν εδώ!

— Όχι. Ο άντρας μου δεν δουλεύει για να πληρώνει και την ταπείνωσή του.

— Θα τα πω όλα στον Γιώργο!

— Πείτε του επίσης πώς δεχτήκατε τη γυναίκα του στα γενέθλιά σας: σαν διανομέα στην πολυκατοικία.

Από το σαλόνι εμφανίστηκε ο Ανδρέας Παύλου, ψηλός, άψογα ντυμένος, με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που θέλει να φαίνεται δίκαιος χωρίς να λερώσει τα χέρια του.

— Τι γίνεται εδώ;

Η Άννα τον κοίταξε.

— Επιτέλους, ο μεγάλος χορηγός. Ήρθα να ευχηθώ και ενημερώθηκα ότι δεν πληρώ τα κριτήρια για να μπω κανονικά.

Ο Ανδρέας έριξε βλέμμα στη μητέρα του και στην Καλλιόπη.

— Μαμά, έπρεπε να γίνει αυτό στην πόρτα;

— Είπα απλώς την αλήθεια! — διαμαρτυρήθηκε εκείνη.

— Η αλήθεια σας μοιάζει πάντα με χαστούκι, — σχολίασε η Άννα.

Ο Ανδρέας αναστέναξε.

— Άννα, μη το κάνουμε θέμα. Δώσε το δώρο, πες χρόνια πολλά και τελείωσε.

— Γιατί να προσποιηθώ ότι όλα είναι εντάξει;

— Επειδή είναι γιορτή.

— Άρα, στα γενέθλια επιτρέπεται η αγένεια χωρίς όρια;

Η Καλλιόπη κούνησε το κεφάλι.

— Υπερβάλλεις.

— Κι εσύ διατάζεις υπερβολικά.

Ο Ανδρέας κοίταξε την τσάντα.

— Πόσα είναι;

— Δεν σας αφορά.

— Άννα…

— Ξέρετε τι είναι εντυπωσιακό; Όλοι σε αυτή την οικογένεια μετράτε το πορτοφόλι του μικρού αδερφού σαν να είναι κοινό ταμείο. Για δώρα, για χαρτιά, για δουλειές, για μεταφορές — πάντα ο Γιώργος. Αλλά ο σεβασμός μοιράζεται μόνο σε όσους έχουν μεγαλύτερο αυτοκίνητο και σύζυγο ντυμένη με μετάξι.

Ο Ανδρέας έσφιξε τα χείλη.

— Το παρατραβάς.

— Αλήθεια; Και πού ήταν η ισορροπία σου όταν η γυναίκα σου με παρουσίαζε κάθε φορά σαν υποσημείωση στη φτώχεια; «Άννα, ήρθες με λεωφορείο;» «Άννα, θα είναι δύσκολα για εσάς τώρα…» — η φωνή της έμεινε μετέωρη, έτοιμη να συνεχίσει.

Ψίθυροι Ζωής