Η Σταματία Δημοπούλου συνέχισε να τον κατακεραυνώνει χωρίς ανάσα.
«Πού ήσουν όταν μάζευε τα πράγματά της;» τον ρώτησε κοφτά.
«Έπινα», απάντησε ο Γιώργος Θεοδώρου χαμηλόφωνα.
«Φυσικά και έπινες! Τι ρωτάω κι εγώ; Κι εκείνη στο μεταξύ έφευγε τρέχοντας για τα ζεστά μέρη με τον εραστή της. Δεν σεβάστηκε τίποτα. Κι εσύ καθόσουν άπραγος, σαν να μη σε αφορά. Ντροπή σου! Σήκω αμέσως, πήγαινε να τη βρεις, φέρε τη πίσω!»
Ο Γιώργος χαμογέλασε πικρά. «Για ποιο λόγο, μάνα; Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. “Αντίο”. Δεν άφησε περιθώρια. Κι έπειτα… τώρα έχει όσα ήθελε. Χρήματα, διαβατήριο, ίσως και την ευτυχία της.»
Η Σταματία σωριάστηκε σε μια καρέκλα. «Αχ, Γιώργο… ανόητο παιδί… Κι εγώ χειρότερη. Εγώ τα διέλυσα όλα. Έπρεπε να της πάρετε εσείς το εισιτήριο, όχι εγώ.»
Πέρασε ένας μήνας. Η Μαρίνα Παπαδοπούλου δεν επέστρεψε.
Από τις αναρτήσεις της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Σταματία έμαθε πως δεν είχε πάει τελικά στην Τουρκία, αλλά στην Κύπρο. Ύστερα εμφανίστηκαν φωτογραφίες από τη Ρώμη. Και μετά από το Παρίσι. Σε κάθε εικόνα η Μαρίνα χαμογελούσε πλατιά, πόζαρε μπροστά στον Πύργο του Άιφελ, με ένα κομψό φόρεμα στο χρώμα του καπνιστού σολομού. Δίπλα της στεκόταν ο γενειοφόρος — ονομαζόταν Ανδρέας Κωνσταντίνου, διαζευγμένος επιχειρηματίας που ζούσε μόνιμα στην Ευρώπη.
Κάτω από μία φωτογραφία είχε γράψει: «Όταν μια γυναίκα σταματά να περιμένει το θαύμα από τον σύζυγό της, βρίσκει τη δύναμη να το δημιουργήσει μόνη της.»
Λίγο αργότερα έφτασαν και τα χαρτιά του διαζυγίου. Ο Γιώργος δεν μπήκε καν στον κόπο να τα διαβάσει· υπέγραψε μηχανικά και τα ταχυδρόμησε πίσω.
Στην κουζίνα, η Σταματία είχε ασπρίσει μέσα σε λίγες εβδομάδες. Καθόταν σιωπηλή και μουρμούριζε: «Ήθελα μόνο να δω τον γιο μου τακτοποιημένο… Και τώρα έμεινε μόνος. Ήθελε θάλασσες και ταξίδια, και κατέληξε με μοναξιά και ντροπή…»
Δύο εβδομάδες αργότερα, το κουδούνι χτύπησε απρόσμενα.
Ο Γιώργος άνοιξε διστακτικά. Στο κατώφλι στεκόταν η Μαρίνα — περιποιημένη, λαμπερή, με ένα καλαίσθητο τοπ και μια διακριτική μεσογειακή λάμψη στο δέρμα. Για μια στιγμή πίστεψε πως ονειρευόταν.
«Γεια σου, Γιωργάκη», είπε ήρεμα και μπήκε μέσα σαν να μην είχε φύγει ποτέ. «Πρέπει να πάρω μερικά προσωπικά πράγματα. Κάτι παλιές φωτογραφίες, κάποια έγγραφα. Δεν έχεις αντίρρηση, έτσι;»
Έγνεψε χωρίς λέξη. Έμεινε να την παρακολουθεί ώσπου βρήκε το θάρρος να ρωτήσει:
«Είσαι… ευτυχισμένη με τον Ανδρέα Κωνσταντίνου;»
«Ναι. Και μάλιστα πολύ. Το σημαντικότερο όμως είναι πως με σέβεται. Κάτι που εσύ δεν έκανες ποτέ.»
«Επειδή αγόρασα το εισιτήριο για τη μητέρα μου αντί για σένα;»
Η Μαρίνα τον κοίταξε σταθερά. «Όχι, Γιώργο. Επειδή σε κάθε κρίσιμη στιγμή διάλεγες εκείνη αντί για μένα. Πάντα. Στο αυτοκίνητο, στις διακοπές, ακόμη κι όταν σου ζήτησα να περάσουμε ένα βράδυ μόνο οι δυο μας.»
