“Μα φυσικά και όχι, αγάπη μου,” απάντησε η Μαρίνα με απαλή φωνή, συνεχίζοντας να τρώει σαν να μην είχε συμβεί τίποτα

Ψυχρή ευγένεια κρύβει επικίνδυνη, ανέντιμη απειλή.
Ιστορίες

Από την τουαλέτα είχαν κάνει φτερά τα αρώματά της, οι κρέμες της, ακόμη και εκείνο το καινούργιο μαγιό που είχε αγοράσει με ενθουσιασμό για τις διακοπές.

Σαν να είχε σβηστεί η Μαρίνα Παπαδοπούλου από το σπίτι — σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.

Το επόμενο πρωί έφτασε μήνυμα στο κινητό του.

«Αντίο, Γιωργάκη. Αφού δεν μπορείς να μου προσφέρεις θάλασσα, θα τη χαρίσω μόνη μου στον εαυτό μου. Είμαι νέα και όμορφη, δεν θα περιμένω. Μην το πάρεις βαριά — και προσπάθησε να μην πίνεις τόσο. Ακόμα και νηφάλιος, δεν είσαι και το δώρο της χρονιάς. Μαρίνα.»

Ακριβώς από κάτω, μια φωτογραφία. Η Μαρίνα μπροστά σε τιρκουάζ νερά, με ψάθινο καπέλο και κοντό, ανοιχτό φόρεμα που τόνιζε προκλητικά το μπούστο της. Στο χέρι κρατούσε ένα πολύχρωμο κοκτέιλ. Δίπλα της στεκόταν ένας ψηλός άντρας με γένια, ντυμένος στα λευκά. Χαμογελούσαν και οι δύο με εκείνο το ανέμελο, ερωτευμένο ύφος που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας.

Ο Γιώργος Θεοδώρου έμεινε να κοιτάζει την οθόνη αποσβολωμένος. Προσπαθούσε να καταλάβει αν διάβαζε σωστά. Δηλαδή έφυγε με άλλον; Κι όλα όσα είχαν χτίσει; Το διαμέρισμα, οι συνήθειες, η σφραγίδα του γάμου στα χαρτιά; Πώς γίνεται να εξαφανίζονται έτσι απλά;

Τις τρεις επόμενες ημέρες δεν βγήκε σχεδόν καθόλου από το σπίτι. Στην αρχή άνοιξε μπύρες, ύστερα πέρασε σε βότκα και τελικά κατέληξε να πίνει κάτι δυνατό από πλαστικό μπουκάλι, χωρίς καν να θυμάται τι είχε αγοράσει. Η τηλεόραση έμενε ανοιχτή χωρίς ήχο, φωτίζοντας το σαλόνι με άψυχα χρώματα. Μόνη ζωντανή παρουσία, η γάτα που νιαούριζε παραπονιάρικα και τσιμπολογούσε ό,τι έβρισκε στο τραπέζι, όσο εκείνος κειτόταν μισολιπόθυμος στον καναπέ.

Η Μαρίνα είχε χαθεί, σαν να την είχε καταπιεί η θάλασσα που τόσο ποθούσε.

Την έβδομη μέρα, η πόρτα άνοιξε απότομα. Η Σταματία Δημοπούλου επέστρεψε από τις διακοπές της ηλιοκαμένη και ευδιάθετη, με μεγάλα γυαλιά ηλίου και ένα μαγνητάκι σε σχήμα καμήλας στο χέρι.

«Γιε μου, γύρισα!» αναφώνησε χαρούμενα. «Δεν φαντάζεσαι τι πέρασα! Νερά πεντακάθαρα, φαγητά λες και ήσουν σε εστιατόριο. Εντάξει, το παράκανα λίγο με τα σταφύλια και μια μέρα την έβγαλα στο δωμάτιο, αλλά τι δωμάτιο! Θέα στην πισίνα, σκέτη απόλαυση. Παρεμπιπτόντως, πού είναι η Μαρινάκι;»

Ο Γιώργος καθόταν στην πολυθρόνα αξύριστος, πρησμένος, φορώντας μόνο ένα παλιό φανελάκι και το εσώρουχό του. Μπροστά του, ένα άδειο μπουκάλι και ένα μπολ με μακαρόνια που είχαν παγώσει.

«Η Μαρίνα… είναι στη θάλασσα», μουρμούρισε με βραχνή φωνή. «Έφυγε με κάποιον άλλον. Την επομένη που αναχώρησες, μάνα, μάζεψε τα πράγματά της και εξαφανίστηκε. Μου έστειλε μήνυμα ότι δεν της πρόσφερα αυτό που ήθελε. Και μια φωτογραφία… αγκαλιά με έναν γενειοφόρο, με κοκτέιλ στο χέρι.»

Η Σταματία πάγωσε. Το χαμόγελό της έσβησε μονομιάς. Έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα και ύστερα ξέσπασε.

«Τι ανοησίες είναι αυτές; Τι ακούω; Κι εσύ καθόσουν με σταυρωμένα τα χέρια και άφησες τη γυναίκα σου να το σκάσει; Άντρας είσαι ή σκιά; Και ποιος είναι αυτός ο γενειοφόρος; Από πού ξεφύτρωσε;»

Ψίθυροι Ζωής