Μηχανήματα αναβόσβηναν, σωληνάκια περνούσαν παντού, και στον αέρα αιωρούνταν εκείνη η βαριά, αποστειρωμένη μυρωδιά του νοσοκομείου που σε αναγκάζει να αναπνέεις επιφανειακά, λες και φοβάσαι να πάρεις κανονική ανάσα.
Ο Νίκος Βασιλάκης βρισκόταν στο κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο. Τον αναγνώρισα από τα χέρια του. Μεγάλες παλάμες, χοντροί καρποί, και εκείνη η λεπτή ουλή στον δείκτη του δεξιού χεριού — είχε πέσει από ποδήλατο μικρός, ιστορία που μου είχε διηγηθεί αμέτρητες φορές. Το πρόσωπό του, όμως, έμοιαζε ξένο: άχρωμο, σχεδόν διάφανο, με σωλήνα και επιδέσμους. Τα χέρια, μόνο, ήταν αναμφίβολα δικά του.
Έπιασα τα δάχτυλά του και τα έσφιξα απαλά.
— Καλησπέρα… είμαι εγώ. Η Ελένη.
Ο ρυθμικός ήχος του μόνιτορ συνέχισε ατάραχος. Καμία μεταβολή.
— Ήμουν εδώ όλη τη νύχτα. Μου τηλεφώνησες. Δύο φορές. Δεν έχω ιδέα πώς τα κατάφερες, αλλά δεν μου κάνει εντύπωση· πάντα έκανες πράγματα που δεν “έπρεπε”. Να τσιμπάς κεφτεδάκια από το τηγάνι, να ψάχνεις γλυκά στα συρτάρια… — Σταμάτησα, συνειδητοποιώντας ότι η τελευταία εικόνα δεν του ταίριαζε ακριβώς. — Τέλος πάντων, είμαι εδώ. Δεν φεύγω.
Τα δάχτυλά του έμειναν ακίνητα μέσα στα δικά μου. Τα μηχανήματα συνέχισαν το ίδιο μονότονο τραγούδι.
— Πρέπει να σου πω κάτι. Θυμάσαι πέρσι τον Νοέμβριο; Ήθελες να πάμε στην Πορτογαλία κι εγώ έλεγα ότι είναι ακριβό, ότι δεν έχει νόημα. Κι εσύ απάντησες πως απλώς ήθελες να μου δείξεις τον ωκεανό. Κάτι σου είπα τότε… απότομα. Δεν θυμάμαι καν τι ακριβώς. Κάτι για έξοδα και λογική.
Τον κοίταξα προσεκτικά.
— Λοιπόν, πάμε. Μόλις γίνεις καλά, κλείνουμε εισιτήρια και φεύγουμε. Θα τα κανονίσω όλα εγώ. Μόνο πες μου ποιος μήνας είναι καλύτερος· εσύ τα ξέρεις αυτά, εγώ όχι.
Από την είσοδο ακούστηκε χαμηλή φωνή:
— Ο χρόνος σας τελείωσε.
Άφησα το χέρι του, αλλά το ξαναέπιασα για μια στιγμή ακόμη.
— Πάρε με ξανά τηλέφωνο, εντάξει; Θα απαντήσω.
Στις 9:10 ακριβώς, ο υπεύθυνος άνοιξε την αποθήκη και μου έφερε μια σακούλα με τα προσωπικά του Νίκου. Ζήτησα να ελέγξουμε το κινητό μπροστά μου.
Η οθόνη ήταν ραγισμένη — μάλλον έπεσε όταν κατέρρευσε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Με δυσκολία άναψε. Ο νεαρός διοικητικός, με καρτελάκι που έγραφε «Ανδρέας Λεοντιάδης», άνοιξε το ιστορικό κλήσεων.
Η τελευταία εξερχόμενη ήταν προς εμένα, στις 19:22. Πριν φτάσει το ασθενοφόρο. Πιθανότατα τότε που ένιωσε αδιαθεσία και προσπάθησε να με βρει.
Μετά τις 19:30 — καμία εισερχόμενη, καμία εξερχόμενη.
Καμία κλήση στις 23:14. Καμία στις 02:07.
Κοίταξα την οθόνη του. Ύστερα τη δική μου. Στη λίστα μου υπήρχαν δύο αναπάντητες από τον αριθμό του. Και οι δύο διάρκειας τριάντα δευτερολέπτων.
— Δεν γίνεται αυτό, — μουρμούρισε ο Ανδρέας. — Ίσως κάποιο τεχνικό σφάλμα του παρόχου; Διπλή καταγραφή;
— Ίσως, — απάντησα.
Πήρα τα πράγματά του. Το κινητό το άφησα — με τη σπασμένη οθόνη και λίγη μπαταρία δεν είχε νόημα.
Βγήκα στον διάδρομο και κάθισα σε ένα παγκάκι. Έβγαλα το δικό μου τηλέφωνο και κοίταξα ξανά τις δύο κλήσεις. Τριάντα ένα δευτερόλεπτα. Τριάντα.
Σαν να είχε ειπωθεί κάτι. Μία συλλαβή.
Ελένη.
Ίσως το φαντάστηκα. Πιθανότατα.
Το έβαλα στην τσέπη χωρίς να διαγράψω τίποτα.
Η Αλεξάνδρα Ρούσσου έφτασε την τρίτη μέρα — είχε κλείσει εισιτήριο χωρίς να με ρωτήσει. Έμοιαζε στον Νίκο· ίδια γεροδεμένη σιλουέτα, ίδια δυνατά χέρια, μόνο η φωνή της πιο οξεία.
Καθίσαμε στο ίδιο νοσοκομειακό καφέ, μπροστά στα ίδια άνοστα φλιτζάνια τσαγιού.
— Πες μου κάτι γι’ αυτόν που δεν ξέρω, — της ζήτησα.
Με κοίταξε απορημένη.
— Για ποιο λόγο;
— Απλώς θέλω.
Σκέφτηκε λίγο.
— Όταν ήταν παιδί φοβόταν το σκοτάδι. Μέχρι τα δώδεκα περίπου. Δεν το έλεγε σε κανέναν, αλλά εγώ το καταλάβαινα· άφηνε πάντα την πόρτα του δωματίου του μισάνοιχτη για να μπαίνει φως από τον διάδρομο. Μετά σταμάτησε. Ίσως το ξεπέρασε. Ίσως απλώς έμαθε να μην το δείχνει.
Φαντάστηκα τον Νίκο παιδί, με χαραμάδα φωτός. Και τον Νίκο τώρα, πενήντα ενός, σε έναν ημίφωτο θάλαμο εντατικής όπου τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ εντελώς.
— Το βράδυ έχουν φως εκεί μέσα; — τη ρώτησα.
— Υποθέτω ναι. Οι νοσηλεύτριες δουλεύουν όλη νύχτα.
— Καλύτερα έτσι.
Σιωπή απλώθηκε ανάμεσά μας.
— Ελένη, — είπε τελικά η Αλεξάνδρα. — Θα τα καταφέρει. Το νιώθω.
— Δεν το ξέρεις.
— Όχι. Αλλά το πιστεύω.
Αυτό ήταν διαφορετικό. Και το δέχτηκα.
Την πέμπτη μέρα άνοιξε τα μάτια του.
Το τηλεφώνημα ήρθε στις 11:40, τη στιγμή που είχα μόλις φτάσει σπίτι για να αλλάξω ρούχα και να ταΐσω τη γάτα. Στην οθόνη εμφανίστηκε ο αριθμός του νοσοκομείου.
— Ελένη Βασιλάκη; Ο σύζυγός σας ανέκτησε τις αισθήσεις του. Ο γιατρός ζητά να έρθετε άμεσα.
Δεν θυμάμαι τη διαδρομή. Μόνο ότι η γάτα έμεινε νηστική κι αυτό με βασάνιζε για μέρες μετά.
Στη μονάδα με άφησαν να μπω για δέκα λεπτά. Ο Νίκος ήταν στο ίδιο κρεβάτι, αλλά ο αναπνευστικός σωλήνας είχε αφαιρεθεί· μόνο ένα λεπτό σωληνάκι οξυγόνου έμενε στη μύτη. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά, καρφωμένα στο ταβάνι.
Πλησίασα και έπιασα το χέρι του.
— Γεια σου, — του είπα χαμηλόφωνα.
Γύρισε αργά το κεφάλι. Το βλέμμα του με αναζήτησε και στάθηκε πάνω μου. Κάτι μέσα του είχε αλλάξει — όχι χαρά, ήταν νωρίς ακόμη γι’ αυτό. Ήταν όμως αναγνώριση.
