“Λαζαρίδη, τι ακριβώς περιμένετε από εμένα; Να συγκινηθώ, να δακρύσω και αντί για απέλαση να σας υπογράψω μια άδεια για διακοπές σε σανατόριο;” είπε ο Γεώργιος Βλάχος και πέταξε με δύναμη τον φάκελο πάνω στο γραφείο

Η άδικη σκληρότητά τους έσπαγε την ψυχή.
Ιστορίες

Ο Βλάχος έγειρε ελαφρά μπροστά.

— Πήγες ποτέ για έλεγχο στο χώρο; Είδες συμβάσεις εργασίας, υπογεγραμμένες και νόμιμες; — σηκώθηκε όρθιος. Η παρουσία του γέμισε το γραφείο· έμοιαζε επιβλητικότερος απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα. — Η δικογραφία επιστρέφει για συμπληρωματική διερεύνηση. Προέκυψαν νέα στοιχεία. Κι αν μέσα στην επόμενη ώρα δεν κινηθεί ομάδα ελέγχου στη συγκεκριμένη διεύθυνση, θα ενημερώσω προσωπικά τον εισαγγελέα της περιφέρειας.

Ο Ανδρέας Σιδέρης κατάπιε δύσκολα. Άρπαξε τον φάκελο και βγήκε σχεδόν τρέχοντας, σαν να καιγόταν το πάτωμα πίσω του.

Η Αλεξάνδρα Λαζαρίδη έμενε ακίνητη στην καρέκλα. Τα δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα, χαράζοντας καθαρές γραμμές πάνω στο σκονισμένο της πρόσωπο.

Ο Γεώργιος Βλάχος άνοιξε αργά το συρτάρι. Από μέσα έβγαλε μια παλιά, τσαλακωμένη επαγγελματική κάρτα — τον προσωπικό αριθμό της Μελίνας Βασιλάκη.

— Άκουσέ με προσεκτικά, Αλεξάνδρα. Η κόρη μου εργάζεται στην Πάτρα. Το γραφείο τους έχει αναλάβει μεγάλο έργο με επενδυτές από τα Εμιράτα και συνεργάτες από την Κίνα. Χρειάζονται επειγόντως κάποιον που δεν μεταφράζει μηχανικά, αλλά κατανοεί τη γλώσσα σε βάθος.

Της έδωσε την κάρτα.

— Θα την καλέσω τώρα. Θα της πω ότι βρήκα άνθρωπο-θησαυρό. Όμως θέλω να μου υποσχεθείς κάτι.

— Τι; — ψιθύρισε εκείνη.

— Όταν υπογράψεις την πρώτη σου σοβαρή σύμβαση, φρόντισε πρώτα τη μητέρα σου. Πάρε τα φάρμακα που της είναι απαραίτητα. Και… — δίστασε για μια στιγμή — πάρε κι εσύ ένα καλό ζευγάρι παπούτσια. Οι χειμώνες στην Κοζάνη κρατούν πολύ.

Πέρασαν πέντε μήνες. Η άνοιξη στην Κοζάνη είχε φέρει λάσπη και θόρυβο. Ο Βλάχος ετοιμαζόταν να αποχωρήσει από την υπηρεσία. Τακτοποιούσε έγγραφα όταν χτύπησαν την πόρτα.

Μια νεαρή γυναίκα μπήκε στο γραφείο. Φορούσε κομψή μπεζ καμπαρντίνα και κρατούσε δερμάτινη τσάντα. Έδειχνε σίγουρη για τον εαυτό της, λαμπερή, επιτυχημένη. Μόνο το βλέμμα της, προσεκτικό και βαθύ, έμενε ίδιο.

— Κύριε Βλάχο, — χαμογέλασε η Αλεξάνδρα. — Περνάω για λίγο. Αύριο πετάω για Σανγκάη, σε συνέδριο. Ήθελα να σας δω πριν φύγω.

Ακούμπησε στο γραφείο ένα μικρό καλάθι με εξωτικά φρούτα κι έναν φάκελο.

— Εδώ είναι φωτογραφίες από το κέντρο αποκατάστασης. Η μητέρα μου έκανε θεραπεία στην καλύτερη κλινική της Πάτρας. Περπατά πλέον μόνη της· η αδυναμία υποχώρησε.

Πλησίασε και άγγιξε ελαφρά τον ώμο του.

— Σας ευχαριστώ που τότε δεν υπογράψατε εκείνο το χαρτί.

Όταν έφυγε, ο Γεώργιος Βλάχος έμεινε για ώρα σιωπηλός. Ύστερα πήρε το τηλέφωνο και, για πρώτη φορά μετά από μήνες, κάλεσε ο ίδιος την κόρη του.

— Μελίνα; Καλησπέρα… Ο πατέρας σου είμαι. Όλα καλά εδώ. Πες μου τα νέα σου.

Έξω, οι σταγόνες της ανοιξιάτικης βροχής έπεφταν ρυθμικά. Και εκείνη τη μέρα, ο Βλάχος ένιωθε πως είχε επιλέξει τον σωστό δρόμο — αυτόν που του υπαγόρευε η συνείδησή του.

Ψίθυροι Ζωής