Περπάτησε ξανά από δωμάτιο σε δωμάτιο, σαν να έκανε μια σιωπηλή επιθεώρηση. Ήθελε να βεβαιωθεί πως τίποτα δεν είχε μετακινηθεί, πως ο χώρος της παρέμενε δικός της. Η καφετιέρα γυάλιζε πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Οι καινούργιες κουρτίνες ανέμιζαν απαλά από το ρεύμα που περνούσε από το παράθυρο. Κάθε αντικείμενο εκεί μέσα ήταν αποτέλεσμα δικού της κόπου — πληρωμένο με αμέτρητες ώρες δουλειάς, με ξενύχτια μπροστά στην οθόνη, με πείσμα που δεν λύγισε.
Χωρίς καθυστέρηση κάλεσε τεχνικό και αντικατέστησε τις κλειδαριές. Ακύρωσε την τραπεζική κάρτα. Άλλαξε όλους τους κωδικούς πρόσβασης. Έκοψε κάθε πιθανό πέρασμα.
Θα μπορούσε να είναι το τέλος.
Μόνο που η ζωή σπάνια προσφέρει τόσο τακτοποιημένες καταλήξεις.
Τρεις ημέρες αργότερα, το κουδούνι χτύπησε.
Όχι ένα διακριτικό άγγιγμα. Ένα παρατεταμένο, απαιτητικό κουδούνισμα. Σαν να δήλωνε παρουσία με πρόθεση παραμονής.
Η Αναστασία Nicolaides πλησίασε αργά και κοίταξε από το ματάκι.
Στο πλατύσκαλο στεκόταν η Αικατερίνη Σιδέρης, ντυμένη με γκρι παλτό, τα χείλη της σφιγμένα σε μια λεπτή, αυστηρή γραμμή. Δίπλα της ο Ιωάννης Γιαννόπουλος, σκυθρωπός. Και μαζί τους ένας αστυνομικός της γειτονιάς.
Κάτι έσφιξε στο στομάχι της.
Το κουδούνι ήχησε ξανά.
— Ανοίξτε, ακούστηκε η φωνή της πεθεράς της. — Πρέπει να μιλήσουμε.
Ο αστυνομικός καθάρισε τον λαιμό του.
— Έχει κατατεθεί καταγγελία για απάτη.
Η Αναστασία ίσιωσε την πλάτη της.
— Για ποια απάτη μιλάμε; ρώτησε χωρίς να ανοίξει ακόμη.
— Για παράνομη μεταφορά χρημάτων, απάντησε ο Ιωάννης, αποφεύγοντας να κοιτάξει προς το ματάκι. — Κοινά οικογενειακά χρήματα.
Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Ο άνθρωπος που είχε αρπάξει την κάρτα της, ερχόταν τώρα να την κατηγορήσει για κλοπή.
— Μια στιγμή, είπε ήρεμα. Ανοίγω.
Ξεκλείδωσε τη νέα κλειδαριά.
— Περάστε.
Το είπε με τόση ψυχραιμία, σαν να περίμενε επισκέπτες με γλυκά κι όχι με κατηγορίες. Ο αστυνομικός — νεαρός, με εκείνη τη φρεσκάδα της σχολής ακόμη ζωγραφισμένη στο ύφος του — μπήκε πρώτος. Πίσω του, σχεδόν θεατρικά, η Αικατερίνη Σιδέρης και ο Ιωάννης. Το βλέμμα της πεθεράς περιηγήθηκε στον χώρο εξεταστικά: στις καινούργιες κλειδαριές, στο παπουτσοθήκη, στα τακτοποιημένα παπούτσια.
— Άλλαξες κλειδαριές, σχολίασε με έμφαση. — Κρύβεσαι;
— Προφυλάσσομαι, διόρθωσε η Αναστασία. — Αν θέλετε, βγάλτε τα παπούτσια σας. Μόλις σφουγγάρισα.
Ο Ιωάννης συνοφρυώθηκε. Τον ενοχλούσε αυτή η σταθερότητά της. Δεν του άφηνε χώρο να παρουσιαστεί ως ο λογικός απέναντι στην «υπερβολική» σύζυγο.
Ο αστυνομικός άνοιξε το σημειωματάριό του.
— Λοιπόν, υπάρχει καταγγελία από την κυρία… — κοίταξε το έγγραφο — για μη εξουσιοδοτημένη μεταφορά ποσού από τραπεζικό λογαριασμό που, όπως αναφέρεται, χρησιμοποιούνταν από την οικογένεια.
— Η κάρτα ήταν στο όνομά μου, τον διέκοψε ήρεμα η Αναστασία. — Ο λογαριασμός επίσης. Η πρόσβαση δόθηκε χωρίς τη συναίνεσή μου.
— Με τη συναίνεση του συζύγου, παρενέβη η Αικατερίνη Σιδέρης. — Και ο σύζυγος είναι ο επικεφαλής της οικογένειας.
Η Αναστασία γύρισε και την κοίταξε κατάματα.
— Σε ποια εποχή ζείτε; Σε εκείνη που οι γυναίκες δεν είχαν ούτε δικαίωμα ψήφου;
Η πεθερά κοκκίνισε.
— Μη γίνεσαι ειρωνική! Θέλαμε το καλό σας. Ξοδεύεις απερίσκεπτα. Κουρτίνες, καφετιέρες, καλλυντικά. Ο Ιωάννης δεν άντεξε.
— Κι έτσι πήρε την κάρτα μου;
— Δεν την πήρα, αντέδρασε απότομα ο Ιωάννης. — Την χρησιμοποίησα. Είμαστε οικογένεια!
— Χωρίς να με ρωτήσεις, τόνισε εκείνη. — Και την παρέδωσες σε τρίτο πρόσωπο.
Ο αστυνομικός σήκωσε το βλέμμα.
— Σε ποιον;
— Στη μητέρα μου, απάντησε ο Ιωάννης διστακτικά.
— Για να διαχειριστεί τα χρήματα, συμπλήρωσε η Αικατερίνη Σιδέρης με τόνο σχεδόν υπερήφανο.
Η Αναστασία σταύρωσε τα χέρια της.
— Και πρόλαβε ήδη να διαθέσει τριάντα τρεις χιλιάδες ευρώ για προσωπικά της δάνεια.
Η πένα του αστυνομικού σταμάτησε στον αέρα.
— Μισό λεπτό… Δηλαδή μέρος του ποσού έχει ήδη δαπανηθεί;
— Για οφειλές που δεν με αφορούν, απάντησε η Αναστασία. — Χωρίς να το γνωρίζω.
Μια βαριά σιωπή απλώθηκε.
Ο Ιωάννης πέρασε το χέρι του από τα μαλλιά του νευρικά.
— Είναι οικογενειακές υποχρεώσεις!
— Τα δάνεια της μητέρας σας θεωρούνται οικογενειακές υποχρεώσεις; ρώτησε ο αστυνομικός, τώρα λιγότερο βέβαιος. — Υπάρχει κάποιο αποδεικτικό ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός;
— Είμαστε παντρεμένοι! πέταξε ο Ιωάννης.
— Το σπίτι αποκτήθηκε πριν τον γάμο, είπε ήρεμα η Αναστασία. — Ο λογαριασμός είναι αποκλειστικά στο όνομά μου. Τα έσοδα προέρχονται από τη δική μου επαγγελματική δραστηριότητα ως freelancer. Μπορώ να σας δείξω φορολογικές δηλώσεις.
Πήγε στο σαλόνι και επέστρεψε με έναν φάκελο. Οι κινήσεις της ήταν ακριβείς, μετρημένες. Μέσα της έβραζε, μα εξωτερικά έμοιαζε απόλυτα συγκροτημένη.
Η Αικατερίνη Σιδέρης ύψωσε τη φωνή.
— Την πιστεύετε; Είναι πανούργα! Μετέφερε τα χρήματα επίτηδες για να μην έχουμε πρόσβαση!
— Ακριβώς, απάντησε η Αναστασία χωρίς να χάσει τον τόνο της. — Επειδή είναι δικά μου.
Ο αστυνομικός ξερόβηξε.
— Με βάση όσα ακούω, δεν διαπιστώνεται ποινικό αδίκημα. Η μεταφορά από προσωπικό λογαριασμό σε άλλον λογαριασμό δεν συνιστά παράνομη πράξη.
— Ήταν κοινά χρήματα! έκανε ένα βήμα μπροστά ο Ιωάννης. — Είχαμε σχέδια! Ανακαίνιση! Μέλλον!
— Μέλλον, επανέλαβε χαμηλόφωνα η Αναστασία. — Στο οποίο τα δικά μου έσοδα θα τα διαχειριζόταν η μητέρα σου;
Η πεθερά άλλαξε τόνο, σχεδόν παρακλητικό.
— Παιδί μου, γιατί το κάνεις αυτό; Θέλαμε να αποταμιεύσουμε. Είσαι νέα, δεν ξέρεις. Οι άντρες πιέζονται.
— Πιέζονται, ναι, είπε εκείνη ήρεμα. — Ιδίως όταν η σύζυγος κερδίζει περισσότερα.
Ο Ιωάννης χλόμιασε.
— Πάλι τα ίδια;
— Ναι, πάλι. Γιατί το θέμα δεν είναι οι κουρτίνες ούτε η καφετιέρα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορείς να αντέξεις το γεγονός πως είμαι οικονομικά ανεξάρτητη.
