Το ρήγμα που είχε ανοίξει ανάμεσά τους έμοιαζε πλέον αγεφύρωτο. Πέντε χρόνια κοινής ζωής — στιγμές, σχέδια, υποσχέσεις — έδειχναν να γκρεμίζονται μέσα σε λίγα λεπτά.
Το κινητό του Κωνσταντίνου Παυλού άρχισε να δονείται επίμονα. Κοίταξε την οθόνη και το πρόσωπό του συσπάστηκε.
— Η Αγγελική Βλάχος, — μουρμούρισε και βγήκε βιαστικά στον διάδρομο.
Η Ευαγγελία Μεταξάς έμεινε ακίνητη στην κουζίνα. Δεν προσπαθούσε να κρυφακούσει, όμως οι φράσεις έφταναν καθαρά στ’ αυτιά της.
— Ναι, την μπλόκαρα… Δεν ξέρω… Η Ευαγγελία το κατάλαβε… Όχι, τώρα δεν μπορώ… Περίμενε, θα δω τι θα κάνω…
Όταν επέστρεψε, το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο, τα μάτια του άστραφταν από εκνευρισμό.
Εκείνη, αντίθετα, χαμογέλασε. Το χαμόγελο την ξάφνιασε περισσότερο κι από τον ίδιο. Κάτι μέσα της είχε μόλις λυθεί. Σαν να καθάρισε ο αέρας ύστερα από καταιγίδα. Όλα μπήκαν στη θέση τους, με απόλυτη διαύγεια.
Έβλεπε μπροστά της τον άντρα που επί τρεις μήνες της έλεγε ψέματα χωρίς ίχνος ενοχής. Που ξόδευε τις κοινές τους οικονομίες σαν να του ανήκαν αποκλειστικά. Που ύψωνε τη φωνή του σε εκείνη για να υπερασπιστεί μια ενήλικη αδελφή, η οποία είχε μάθει να ζει από τις τσέπες των άλλων.
Και, ταυτόχρονα, διέκρινε το μέλλον: εκείνη να εργάζεται, να αποταμιεύει, να οργανώνει στόχους, κι εκείνον να μοιράζει χρήματα δεξιά κι αριστερά στο όνομα της «οικογένειας», της «αδελφής», της αδυναμίας του να πει όχι.
Το χαμόγελό της βάθυνε. Η απόφαση είχε γίνει απλή. Τόσο απλή που σχεδόν πονούσε.
— Ευαγγελία, με ακούς; — την ταρακούνησε από τους ώμους. — Η μαμά δεν τα βγάζει πέρα μόνη της! Χρειάζεται στήριξη!
— Η Δέσποινα Μακρή χρειάζεται βοήθεια, — απάντησε ήρεμα. — Όχι η Αγγελική. Η αδελφή σου δεν ζητά στήριξη. Ζητά χρηματοδότηση για τις αγορές της.
— Δεν καταλαβαίνεις…
— Καταλαβαίνω απολύτως. Και ξέρεις κάτι; Δεν προτίθεμαι να «καταλαβαίνω» άλλο.
Γύρισε την πλάτη της και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Κατέβασε από την ντουλάπα τη βαλίτσα και άρχισε να τοποθετεί μέσα τα ρούχα της, προσεκτικά, μεθοδικά.
— Τι κάνεις; — η φωνή του έσπασε.
— Φεύγω. Θα μείνω λίγες μέρες στην Ιωάννα Παπαδημητρίου. Μετά θα νοικιάσω κάτι μικρό για μένα.
— Σε παρακαλώ… μπορούμε να το συζητήσουμε…
— Τι ακριβώς; — τον κοίταξε ευθέως. — Πώς θα συνεχίσεις να συντηρείς την αδελφή σου; Ή πώς το αυτοκίνητο που σχεδιάζαμε θα μετατεθεί για άλλα δύο χρόνια επειδή τα μισά χρήματα έγιναν φορέματα και κοσμήματα; Ή μήπως πώς να ξαναχτίσουμε την εμπιστοσύνη που διέλυσες;
— Δεν θα ξανασυμβεί! Σου δίνω τον λόγο μου!
Πλησίασε και στάθηκε απέναντί του.
— Θα συμβεί, Κωνσταντίνε. Γιατί για σένα αυτό είναι φυσιολογικό. Πιστεύεις πως οφείλω να δείξω κατανόηση. Δεν οφείλω τίποτα. Δεν είμαι υποχρεωμένη να συντηρώ την αδελφή σου.
— Δεν πρόκειται για συντήρηση…
— Ακριβώς γι’ αυτό πρόκειται. Δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ μέσα σε λίγες εβδομάδες. Σε τρεις μήνες πάνω από εκατό χιλιάδες. Αυτό δεν λέγεται βοήθεια. Λέγεται πλήρης κάλυψη εξόδων.
Σώπασε. Στο βλέμμα του υπήρχε θυμός και πληγωμένος εγωισμός. Μετάνοια, όμως, όχι. Και τότε εκείνη κατάλαβε: δεν ένιωθε ένοχος. Περίμενε απλώς να υποχωρήσει.
— Θα το μετανιώσεις, — ψιθύρισε βραχνά.
— Ίσως, — απάντησε κλείνοντας τη βαλίτσα. — Αλλά θα είναι δική μου επιλογή.
Έφυγε το ίδιο βράδυ. Πέρασε μερικές μέρες στο σπίτι της φίλης της και κατόπιν νοίκιασε ένα μικρό στούντιο στην άκρη της πόλης. Δύο εβδομάδες αργότερα κατέθεσε αίτηση διαζυγίου.
Ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να επικοινωνήσει — κλήσεις, μηνύματα, υποσχέσεις ότι όλα θα αλλάξουν. Εκείνη δεν απαντούσε. Είχε καταλάβει πως η εμπιστοσύνη δεν κολλάει με λόγια.
Η διαδικασία ολοκληρώθηκε γρήγορα. Δεν υπήρχαν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία: το σπίτι ήταν ενοικιαζόμενο, τα έπιπλα απλά, το παλιό αυτοκίνητο στο όνομά του. Η Ευαγγελία πήρε μόνο τα προσωπικά της αντικείμενα και τα χρήματα που της αναλογούσαν από τον κοινό λογαριασμό.
Έξι μήνες μετά, βρήκε θέση σε πολυεθνική εταιρεία με ακόμη υψηλότερες αποδοχές. Μετακόμισε σε μεγαλύτερο διαμέρισμα και αγόρασε ένα μεταχειρισμένο αλλά αξιόπιστο Honda.
Έναν χρόνο μετά το διαζύγιο, συνάντησε τυχαία την Αγγελική Βλάχος σε εμπορικό κέντρο. Δίπλα της περπατούσε ένας άντρας γύρω στα πενήντα, καλοντυμένος, με χρυσή αλυσίδα να γυαλίζει στον λαιμό. Η Αγγελική γελούσε δυνατά, κρατημένη από το μπράτσο του.
«Βρήκε νέο χρηματοδότη», σκέφτηκε η Ευαγγελία. Ίσως και σύζυγο. Δεν είχε σημασία.
Συνέχισε τον δρόμο της χωρίς να στραφεί πίσω. Οι ζωές τους δεν διασταυρώθηκαν ξανά. Και προς έκπληξή της, δεν ένιωθε λύπη. Μόνο μια ήρεμη ανακούφιση.
Το βράδυ, στο ζεστό της διαμέρισμα, ετοίμασε τσάι και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Κοίταξε το αυτοκίνητό της στην αυλή. Όχι καινούργιο. Όχι εκείνο που κάποτε ονειρεύονταν μαζί. Μα ήταν δικό της. Αγορασμένο με δικά της χρήματα. Χωρίς βάρη, χωρίς υποχρεώσεις προς τρίτους.
Μια ειδοποίηση από την τράπεζα φώτισε την οθόνη του κινητού της: ο μισθός είχε κατατεθεί. Μετέφερε αμέσως το ένα τρίτο σε λογαριασμό αποταμίευσης. Νέος στόχος — προκαταβολή για δικό της σπίτι. Μακρινός ακόμη, αλλά εφικτός. Με τους δικούς της όρους.
Και ένιωθε καλά. Ανάλαφρη. Σαν να είχε αφήσει πίσω της ένα σακίδιο γεμάτο πέτρες που κουβαλούσε χωρίς να το συνειδητοποιεί.
Σήκωσε το φλιτζάνι της προς το είδωλό της στο σκοτεινό τζάμι και το άγγιξε απαλά.
Στην ελευθερία. Στην προσωπική επιλογή. Στο δικαίωμα να μη σηκώνεις το βάρος των άλλων.
