Πέρασε μία ολόκληρη εβδομάδα μέσα σε μια παράξενη σιωπή.
Η επίσημη ειδοποίηση για την έναρξη της διαδικασίας του διαζυγίου φαίνεται πως έφτασε στα χέρια του Νικόλαου Θεοδώρου. Το ίδιο κιόλας βράδυ εμφανίστηκε μαζί με τη μητέρα του έξω από την πολυκατοικία όπου έμενε η μητέρα της Ιωάννας Σπυροπούλου. Τις περίμεναν μετά τη δουλειά, αποφασισμένοι προφανώς να προκαλέσουν ακόμη μία σκηνή.
— Συμπεθέρα, πώς μπορείς να την ενθαρρύνεις σε κάτι τέτοιο; Δεν βλέπεις ότι από ανωριμότητα διαλύουν το σπίτι τους; — άρχισε η πεθερά με θεατρική αγανάκτηση μόλις τις αντίκρισε.
Ο Νικόλαος, καθισμένος στο παγκάκι δίπλα της, κουνούσε απλώς το κεφάλι καταφατικά, σαν μαθητής που συμφωνεί με τη δασκάλα του.
— Ποιο σπίτι; Δεν υπάρχει πια οικογένεια. Και σύντομα ούτε στα χαρτιά δεν θα υπάρχει, — απάντησε ψύχραιμα η μητέρα της Ιωάννας, αν και η πικρία ακουγόταν καθαρά στη φωνή της. — Κι εσύ, σχεδόν πρώην συμπεθέρα μου, φρόντισε πρώτα να μάθεις στον γιο σου να στέκεται μόνος του και μετά ψάξε του νύφη.
Έσπρωξε διακριτικά την κόρη της να μπει στην είσοδο και έκλεισε την πόρτα αποφασιστικά πίσω τους.
Αργότερα, στο μικρό σαλόνι, πίνοντας τσάι, της είπε χαμηλόφωνα:
— Το είχα προσέξει από την αρχή, παιδί μου. Όταν τον γνωρίσαμε, όσο η μητέρα του έλειπε, ο Νικόλαος μιλούσε και σκεφτόταν μόνος του. Μόλις όμως εμφανιζόταν εκείνη, άλλαζε. Τον ρωτούσες κάτι κι απαντούσε εκείνη αντί γι’ αυτόν.
Αν έλεγε «έτσι πρέπει», συμφωνούσε αμέσως, ακόμη κι αν πριν είχε άλλη γνώμη.
— Δεν είναι κακό ένας άντρας να σέβεται τη μητέρα του. Μα όταν αυτό γίνεται εξάρτηση, τότε πνίγει τους πάντες. Εκείνη θέλησε να σε δοκιμάσει — κι έσπασε τα πάντα.
Ήπιε μια γουλιά και χαμογέλασε αχνά.
— Η δική μου πεθερά ήταν αλλιώς. Στεκόταν πάντα δίπλα στην οικογένεια. Σου έχω πει πώς κάποτε κυνήγησε τον πατέρα σου σ’ όλο το χωριό με μια βέργα όταν μπλέχτηκε με κακές παρέες; Από τότε δεν ξανακοίταξε το ποτό.
Η Ιωάννα χαμογέλασε θλιμμένα.
— Εγώ, πάλι, δεν κατάφερα ούτε τρία χρόνια να κρατήσω τον γάμο μου εξαιτίας της δικής μου πεθεράς.
— Μη στενοχωριέσαι. Καμιά φορά ό,τι τελειώνει, μας ανοίγει δρόμο για κάτι καλύτερο. Θα έρθει η δική σου χαρά. Και να θυμάσαι: αυτό το σπίτι θα είναι πάντα ανοιχτό για σένα.
— Το ξέρω, μαμά. Και αυτή τη φορά δεν θα το ξεχάσω ποτέ, — είπε με ειλικρίνεια, γεμίζοντας ξανά τα φλιτζάνια με το αχνιστό, μυρωδάτο τσάι.
