“Η μητέρα μου δεν πρόκειται να πάει πουθενά! Αν κάποιος πρέπει να φύγει, θα είσαι εσύ!” φώναξε ο Νίκος Παναγιωτίδης, λες και είχε ξεχάσει σε ποιον ανήκε πραγματικά το διαμέρισμα

Απαράδεκτη εισβολή, άδικη και ασφυκτική για το σπίτι
Ιστορίες

…έχουν μπροστά τους μια ολόκληρη ζωή, κάνουν σχέδια για το μέλλον… και σκέφτονται παιδιά!

– Παιδιά… – επανέλαβε η Μαρία Ανδρέου με πικρό χαμόγελο. – Πάλι εκεί καταλήγουμε.

Ο Νίκος Παναγιωτίδης γύρισε απότομα προς το μέρος της. Στο βλέμμα του άστραψε η γνώριμη επιμονή που την έκανε πάντα να σιωπά.

– Και πότε δηλαδή θα είναι η σωστή στιγμή; – πλησίασε απειλητικά. – Πέντε χρόνια παντρεμένοι είμαστε και όλο βρίσκεις δικαιολογίες. Μια κανονική γυναίκα θέλει να γίνει μάνα!

– Με ποια μέσα, Νίκο; – άνοιξε τα χέρια της εκείνη. – Με τον μισθό σου; Ξέρεις πόσο κοστίζουν τα βασικά για ένα μωρό; Γάλατα, πάνες, γιατροί;

– Κάπως θα τα καταφέρουμε – αποκρίθηκε κοφτά. – Όλοι βρίσκουν λύσεις.

– «Όλοι»… – μουρμούρισε η Μαρία. – Κι εγώ θα μείνω χωρίς εισόδημα, εξαρτημένη από σένα, όσο εσύ θα σκοτώνεσαι στη δουλειά για ψίχουλα;

Έξω, μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, ακουγόταν το κελάηδισμα των πουλιών. Ο Νίκος σώπασε, κοιτώντας αφηρημένα το απέναντι κτίριο. Οι μύες στο σαγόνι του είχαν σκληρύνει· η Μαρία το πρόσεξε.

– Άκου – είπε τελικά, στρεφόμενος ξανά προς εκείνη. – Δεν έχει νόημα να συνεχίζουμε έτσι. Η μητέρα μου περνάει δύσκολα.

– Τι εννοείς; – ρώτησε επιφυλακτικά.

– Δεν μπορεί πια να πληρώνει το νοίκι. Η σύνταξή της δεν φτάνει και ο ιδιοκτήτης της το αύξησε στο διπλάσιο.

Η Μαρία έγνεψε αργά. Η Παρασκευή Παναγιωτίδη παραπονιόταν εδώ και καιρό για τα έξοδα. Το λογικό θα ήταν να μετακομίσει στον μικρότερο γιο της, στο διαμέρισμα που του είχε χαρίσει.

– Καταλαβαίνω – είπε ήρεμα. – Άρα ο Γιώργος Βλάχος και η γυναίκα του θα πρέπει να στριμωχτούν λίγο παραπάνω.

Ο Νίκος τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Το βλέμμα του σκλήρυνε.

– Η μητέρα μου θα έρθει εδώ – δήλωσε κοφτά. – Μέχρι να βρεθεί κάποια λύση.

Η Μαρία ένιωσε το αίμα να παγώνει.

– Εδώ; Στο δικό μας σπίτι;

– Ναι, εδώ! Ποιο είναι το πρόβλημα; Χώρος υπάρχει.

– Και πού θα μένει; – αντέτεινε. – Στο σαλόνι;

– Γιατί όχι; – σταύρωσε τα χέρια. – Εκείνη θυσιάστηκε για τα παιδιά της κι εσύ μετράς τα τετραγωνικά;

Η Μαρία έκανε ένα βήμα πίσω ώσπου ακούμπησε στον τοίχο. Η αγανάκτηση την έπνιγε.

– Γιατί δεν πηγαίνει στον Γιώργο; – ρώτησε πιο χαμηλόφωνα. – Εκείνος έχει το σπίτι που του έδωσε.

– Έχουν μικρό παιδί! – φώναξε ο Νίκος. – Χρειάζονται άνεση! Εμείς δεν είμαστε οικογένεια;

– Είμαστε, αλλά αυτό το διαμέρισμα είναι δικό μου – του θύμισε σταθερά.

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε περισσότερο. Πλησίασε τόσο που η ανάσα του την άγγιζε.

— Είσαι απίστευτα εγωίστρια! — πέταξε με περιφρόνηση. — Σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου. Μια σωστή σύζυγος θα στεκόταν δίπλα στον άντρα της.

Η Μαρία κόλλησε την πλάτη στον τοίχο. Η παρουσία του την πίεζε.

— Αφού δεν θέλεις παιδί, τουλάχιστον βοήθησε έτσι την οικογένεια! — συνέχισε. — Η μάνα μου μας αφιέρωσε τη ζωή της!

— Νίκο, σε παρακαλώ, άκουσέ με… — προσπάθησε να πει, όμως δεν την άφησε.

— Μήπως τελικά δεν θες καθόλου οικογένεια; — η φωνή του έτρεμε από ένταση. — Πες το ξεκάθαρα!

Η Μαρία κατέβασε το βλέμμα. Ο Νίκος ήξερε πάντα πού να πιέσει, ποιο σημείο να αγγίξει για να την κάνει να λυγίσει, κι εκείνη ένιωθε τη γνώριμη ενοχή να απλώνεται μέσα της σαν βαριά σκιά.

Ψίθυροι Ζωής