“Η μητέρα μου δεν πρόκειται να πάει πουθενά! Αν κάποιος πρέπει να φύγει, θα είσαι εσύ!” φώναξε ο Νίκος Παναγιωτίδης, λες και είχε ξεχάσει σε ποιον ανήκε πραγματικά το διαμέρισμα

Απαράδεκτη εισβολή, άδικη και ασφυκτική για το σπίτι
Ιστορίες

– Η μητέρα μου δεν πρόκειται να πάει πουθενά! Αν κάποιος πρέπει να φύγει, θα είσαι εσύ! – φώναξε ο Νίκος Παναγιωτίδης, λες και είχε ξεχάσει σε ποιον ανήκε πραγματικά το διαμέρισμα.

Η Μαρία Ανδρέου στεκόταν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Ο καυτός αέρας του Ιουλίου είχε τυλίξει την πόλη σε μια αποπνικτική αγκαλιά. Στην αυλή, παιδιά έτρεχαν ανάμεσα στα δέντρα, ψάχνοντας λίγη σκιά για να γλιτώσουν από τον ήλιο.

– Μαρία, πού είναι το πουκάμισό μου; – ακούστηκε η φωνή του από το υπνοδωμάτιο. – Το καρό λέω!

– Μέσα στη ντουλάπα, κρεμασμένο – απάντησε χωρίς να στραφεί προς το μέρος του. – Στο επάνω ράφι.

Ο Νίκος εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας του σαλονιού, κουμπώνοντας βιαστικά το πουκάμισο που είχε βρει. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με χέρια σκληραγωγημένα από τη δουλειά – χέρια που κάποτε της ενέπνεαν σιγουριά και ζεστασιά.

– Άκου να σου πω κάτι – ξεκίνησε, ισιώνοντας τον γιακά του. – Το απόγευμα θα περάσει η μάνα μου. Φρόντισε να είναι όλα καθαρά. Την προηγούμενη φορά γκρίνιαζε όλο το βράδυ για τη σκόνη.

Η Μαρία γύρισε αργά προς το μέρος του. Ένιωσε το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι της, εκείνη την πικρή ενόχληση που είχε γίνει σχεδόν καθημερινή.

– Η μητέρα σου πάντα βρίσκει κάτι για να παραπονεθεί – είπε ήρεμα. – Τη μία της φάνηκε άνοστη η σούπα, την άλλη υπερβολικά αλμυρά τα κεφτεδάκια.

– Ε, τότε βελτιώσου! – απάντησε εκείνος αδιάφορα, σαν να μιλούσαν για τον καιρό. – Είναι μεγαλύτερη, έχει εμπειρία, σου δίνει συμβουλές. Δεν χρειάζεται να τα παίρνεις όλα προσωπικά.

Τα δάχτυλα της Μαρίας σφίχτηκαν σε γροθιά. Το διαμέρισμα αυτό ήταν αποκλειστικά δικό της. Το είχε αποκτήσει πριν ακόμη γνωρίσει τον Νίκο, το είχε ανακαινίσει με δικά της χρήματα, το είχε διαμορφώσει σύμφωνα με το γούστο της. Κι όμως, κάθε φορά που ερχόταν η Παρασκευή Παναγιωτίδη, μετακινούσε αντικείμενα, άλλαζε θέσεις στα έπιπλα και της υπεδείκνυε πώς «πρέπει» να λειτουργεί ένα σπίτι.

– Νίκο, ζούμε στο δικό μου σπίτι – του θύμισε σταθερά. – Καλό θα ήταν να μην το ξεχνάμε.

Εκείνος πάγωσε, με το χέρι του ήδη στο πόμολο.

– Τι υπονοείς; – η φωνή του βάρυνε. – Ότι είμαι ξένος εδώ μέσα;

– Υπονοώ ότι η μητέρα σου συμπεριφέρεται σαν να είναι η οικοδέσποινα – πλησίασε ένα βήμα. – Και εσύ της το επιτρέπεις.

– Η μάνα μου ενδιαφέρεται για εμάς! – αντέτεινε, γυρίζοντας ολόκληρος προς το μέρος της. – Για την οικογένειά της! Άλλωστε, για χάρη του μικρού της γιου παραιτήθηκε από το δικό της διαμέρισμα!

Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Μαρίας. Αυτή η ιστορία περί «θυσίας για το νεαρό ζευγάρι» είχε καταντήσει κουραστική.

– Πριν δύο χρόνια χάρισε το δυάρι στον Γιώργο Βλάχο – είπε αργά. – Και λοιπόν; Αυτό της δίνει το δικαίωμα να κάνει κουμάντο στο δικό μου σπίτι;

– Στο σπίτι μας! – αντέδρασε κοφτά ο Νίκος. – Είμαστε παντρεμένοι!

– Με τα τριάντα χιλιάδες ευρώ που βγάζεις, μετά βίας θα νοικιάζαμε μια γκαρσονιέρα στα προάστια – της ξέφυγε πριν προλάβει να το συγκρατήσει.

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, υψώνοντας το ανάστημά του πάνω από το δικό της.

– Δηλαδή τώρα με κατηγορείς; – η φωνή του έτρεμε από θυμό. – Επειδή δεν κερδίζω αρκετά;

– Δεν κατηγορώ. Σου υπενθυμίζω τα γεγονότα – απάντησε, σηκώνοντας το πηγούνι. – Η μητέρα σου μένει σε ενοίκιο επειδή έδωσε το σπίτι της στον Γιώργο. Κι έπειτα έρχεται εδώ για να μας διδάξει πώς να ζούμε.

– Ο Γιώργος είχε ανάγκη από στήριξη! – είπε ο Νίκος, στρέφοντας το βλέμμα του προς το παράθυρο. – Είναι νέο ζευγάρι, έχουν μπροστά τους μια ολόκληρη ζωή, κάνουν σχέδια για το μέλλον… և

Ψίθυροι Ζωής