“Τα πήρα. Τα χρειάστηκε η μαμά.” ομολογεί ο Αντώνης, και η Δήμητρα καταρρέει μπροστά στο άδειο κουτί

Απαράδεκτη, εγωιστική πράξη που καταστρέφει ελπίδες.
Ιστορίες

Η Δήμητρα γύρισε το κλειδί στην πόρτα και το άφησε μέσα στην κλειδαριά. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε γρήγορα, σαν να είχε τρέξει χιλιόμετρα. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και, με δάχτυλα που έτρεμαν ακόμη από την ένταση, άνοιξε το κομοδίνο. Από μέσα έβγαλε μια σοκολάτα που είχε φυλάξει κρυφά και ένα μικρό μπουκάλι αφρώδους οίνου· τα είχε αγοράσει με λίγα χρήματα που κρατούσε στην άκρη για τον εαυτό της.

Από το σαλόνι έφταναν καθαρά οι φωνές. Η οξεία κραυγή της Πολυξένης Αναγνωστοπούλου διαπερνούσε τους τοίχους.

— Φεύγουμε αμέσως! Δεν ξαναπατάω εδώ! Στην Ελένη Κωστοπούλου θα πάμε — μπορεί να μη της περισσεύουν, αλλά ξέρει να μη διώχνει τον κόσμο νηστικό! Όχι σαν αυτήν…

— Μαμά, σε παρακαλώ… — ακουγόταν η φωνή του Αντώνιου Γιαννόπουλου, χαμηλή και ανήσυχη. — Πού θα τρέχουμε τέτοια ώρα; Είναι δέκα το βράδυ. Ηρέμησε…

— Καμία ηρεμία! Θα το καταπιώ αυτό; Είσαι άντρας ή όχι; Σε πρόσβαλε! Και εμένα το ίδιο! Λυπήθηκε, λέει, το πλυντήριο! Να το πάρει πίσω! Θα της το επιστρέψω αύριο κιόλας! Ας πλένει μόνη της στο χέρι!

Η εξώπορτα έκλεισε με δύναμη. Μετά, σιωπή.

Η Δήμητρα άνοιξε το μπουκάλι· ο φελλός πετάχτηκε απαλά και χτύπησε στην παλάμη της. Έβαλε το ποτό σε μια απλή κούπα — δεν είχε διάθεση για ποτήρια σαμπάνιας — και έσπασε ένα κομμάτι σοκολάτα. Η γλυκιά γεύση έλιωσε αργά στο στόμα της, σαν μικρή παρηγοριά.

Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά όταν ακούστηκε χτύπος στην πόρτα.

— Δήμητρα… — η φωνή του Αντώνιου ήταν βραχνή. — Άνοιξε. Έφυγαν.

Καμία απάντηση.

— Σε παρακαλώ… Έκανα λάθος. Το κατάλαβα. Μη με τιμωρείς άλλο. Πεινάω κιόλας…

Σηκώθηκε, πλησίασε και γύρισε το κλειδί. Ο Αντώνιος στεκόταν απέξω με κατεβασμένους ώμους, σαν παιδί που είχε μαλώσει στο σχολείο.

— Έφυγε; — ρώτησε ήρεμα.

— Ναι. Πήρε ταξί. Φώναζε μέχρι να μπει στο ασανσέρ. Είπε ότι αύριο θα φέρει ανθρώπους να πάρουν πίσω το πλυντήριο.

Η Δήμητρα αναστέναξε.

— Ας το κρατήσει. Δεν είναι το πλυντήριο το θέμα, Αντώνιε.

— Το ξέρω… — μπήκε μέσα και κάθισε στο κρεβάτι. — Το θέμα είμαι εγώ. Έχω συνηθίσει να τα κανονίζεις όλα εσύ. Να βρίσκεις λύσεις, χρήματα, τρόπους. Δεν σκέφτηκα καν. Το θεωρούσα δεδομένο.

— Την επόμενη φορά να το σκεφτείς, — αποκρίθηκε και κάθισε δίπλα του. — Γιατί μπορεί να μην υπάρξει επόμενη. Κουράστηκα να είμαι πάντα αυτή που «τα βγάζει πέρα». Θέλω, έστω καμιά φορά, να με φροντίζουν.

— Συγγνώμη, — της έπιασε το χέρι. — Σοβαρά.

Τον κοίταξε για λίγο και ύστερα χαμογέλασε αχνά.

— Στο τραπέζι έχει μόνο πατάτες, όπως άκουσες. Αλλά στην κατάψυξη κρύβεται ένα πακέτο ζυμαρικά γεμιστά. Τα κρατούσα για ώρα ανάγκης.

Τα μάτια του φωτίστηκαν.

— Αλήθεια; Ζυμαρικά; Σώθηκα! Από το πρωί ζω με σκέτη φακή.

Πήγαν μαζί στην κουζίνα. Το γιορτινό τραπέζι, στρωμένο με κρύσταλλα και λευκό τραπεζομάντιλο, φιλοξενούσε μονάχα ένα ταψί πατάτες — εικόνα παράξενη, σχεδόν ειρωνική. Ο Αντώνιος μάζεψε τις πατάτες σε ένα πιάτο.

— Θα τις σοτάρουμε αύριο με λίγο βούτυρο και κρεμμυδάκι, — είπε προσπαθώντας να φανεί πρακτικός. — Δεν πάει τίποτα χαμένο.

Όσο το νερό έβραζε, πλησίασε τη Δήμητρα και την αγκάλιασε από πίσω.

— Σου υπόσχομαι κάτι, — ψιθύρισε στα μαλλιά της. — Με τον επόμενο μισθό ξεκινάμε αποταμίευση από την αρχή. Και δεν θα δώσω ούτε ευρώ χωρίς να το συζητήσουμε. Τα ψώνια θα τα αναλαμβάνω κι εγώ. Στο λόγο μου.

— Θα δούμε, — απάντησε, αυτή τη φορά χωρίς θυμό.

Την αλλαγή του χρόνου τη βρήκε να τρώνε τα ζυμαρικά με γιαούρτι, κάτω από τους ήχους των πυροτεχνημάτων που έσκαγαν έξω. Το εκλεκτό τραπέζι έμεινε σχεδόν ανέγγιχτο· οι κονσέρβες ψαριού παρέμειναν κλειστές για άλλη περίσταση. Ο Αντώνιος βρήκε λίγο ποτό στο μπαρ και ήπιε ένα ποτήρι, ενώ η Δήμητρα τελείωσε τη σαμπάνια της.

Ήταν μια Πρωτοχρονιά αλλιώτικη — ήσυχη, γυμνή από προσποιήσεις, μα ειλικρινής.

Το πλυντήριο, φυσικά, δεν το πήρε ποτέ πίσω η Πολυξένη Αναγνωστοπούλου. Όμως για δεκαπέντε ολόκληρες μέρες δεν τηλεφώνησε. Η σιωπή της υπήρξε το ωραιότερο δώρο για τη Δήμητρα· επιτέλους ξεκουράστηκε.

Έναν μήνα αργότερα, ο Αντώνιος μπήκε στο σπίτι κρατώντας σακούλες γεμάτες τρόφιμα. Φρέσκο ψάρι, καλό τυρί, φρούτα εποχής.

— Αυτά είναι για εμάς, — είπε αδειάζοντάς τα στον πάγκο. — Και στη μαμά πήρα μια μικρή τούρτα. Πέρασα να της ευχηθώ για τη χρονιά.

Η Δήμητρα του χαμογέλασε. Φαινόταν πως το μάθημα είχε γίνει κατανοητό. Καμιά φορά, ένα λιτό τραπέζι και λίγη πείνα λένε περισσότερα από χίλιες κουβέντες.

Ψίθυροι Ζωής