“Τα πήρα. Τα χρειάστηκε η μαμά.” ομολογεί ο Αντώνης, και η Δήμητρα καταρρέει μπροστά στο άδειο κουτί

Απαράδεκτη, εγωιστική πράξη που καταστρέφει ελπίδες.
Ιστορίες

Η Πολυξένη Αναγνωστοπούλου μπήκε στο διαμέρισμα σαν θωρηκτό που ανοίγει δρόμο μέσα σε παγωμένη θάλασσα, τινάζοντας από πάνω της το κρύο.

— Καλή χρονιά, παιδιά μου! Τι παγωνιά έξω, τι χιονάκι! Ευτυχώς εδώ μέσα είναι ζεστά και όμορφα. Μμμ… μυρίζει έλατο; Ωραία! Και τα φαγητά; Πού είναι τα αρώματα από τα ψητά;

— Όλα έτοιμα, μαμά, στο τραπέζι! — έσπευσε ο Αντώνιος Γιαννόπουλος, βοηθώντας την να βγάλει το παλτό της με υπερβολική ευγένεια. — Η Δήμητρα έκανε θαύματα σήμερα. Ετοίμαζε έκπληξη.

Η Δήμητρα Παύλου εμφανίστηκε στον διάδρομο με ένα συγκρατημένο χαμόγελο.

— Καλησπέρα σας, κυρία Πολυξένη. Καλώς ήρθατε. Περάστε.

— Να ’σαι καλά, κορίτσι μου. Λοιπόν, για να δω πώς τακτοποιηθήκατε. Ο Αντώνιος μου είπε πως σκέφτεστε ανακαίνιση; Α, και το πλυντήριο… αριστούργημα! Ούτε που ακούγεται, τα ρούχα βγαίνουν σχεδόν στεγνά. Μπράβο σας, με κάνατε και χάρηκα. Βέβαια, υπήρχε κι ένα μοντέλο λίγο ακριβότερο με λειτουργία ατμού, αλλά δεν πειράζει. Δώρο είναι, δεν γκρινιάζουμε.

Η Δήμητρα δεν απάντησε. Μόνο έσφιξε για μια στιγμή τα χείλη της και προχώρησε προς το σαλόνι.

Στο κέντρο δέσποζε το τραπέζι: λευκό τραπεζομάντιλο καλοσιδερωμένο, κρυστάλλινα ποτήρια που λαμποκοπούσαν, μαχαιροπίρουνα γυαλισμένα στην εντέλεια. Και ανάμεσα σε όλη αυτή τη φροντισμένη επισημότητα — τρεις βραστές πατάτες, λίγα τουρσιά, μια φραντζόλα ψωμί και ένα κλειστό κουτί σαρδέλες.

Η Πολυξένη πάγωσε στο κατώφλι. Ο Αντώνιος, που ακολουθούσε από πίσω, έπεσε σχεδόν πάνω της.

— Δήμητρα…; — ψέλλισε. — Τι… είναι αυτό;

— Το πρωτοχρονιάτικο δείπνο μας, — απάντησε ήρεμα εκείνη, παίρνοντας τη θέση της με απόλυτη αξιοπρέπεια. — Σας παρακαλώ, καθίστε. Ό,τι έχουμε, είναι μπροστά σας.

Η πεθερά κοίταξε μια τις πατάτες, μια τη νύφη της.

— Κάνεις αστείο, έτσι; Πού είναι το κυρίως; Μη μου πεις πως θα εμφανίσεις τώρα καμιά γαλοπούλα;

— Φοβάμαι πως όχι, — είπε η Δήμητρα, απλώνοντας τη χαρτοπετσέτα στα γόνατά της. — Δεν υπάρχει γαλοπούλα. Ούτε σαλάτες, ούτε εκλεκτά ορεκτικά. Το ποσό που είχαμε υπολογίσει για το τραπέζι ανερχόταν σε τριάντα χιλιάδες ευρώ. Όμως, πριν δύο μέρες, το ποσό αυτό μετατράπηκε στο καινούργιο σας πλυντήριο. Το αθόρυβο.

Μια βαριά σιωπή σκέπασε το δωμάτιο. Το ρολόι στον τοίχο ακουγόταν εκκωφαντικά μέσα στην ησυχία.

— Μα… είχες πει ότι θα τα καταφέρεις… — μουρμούρισε ο Αντώνιος.

— Και τα κατάφερα, — αποκρίθηκε εκείνη σταθερά. — Αποφάσισα να μην μπούμε σε χρέη. Να μη φορτωθούμε δάνειο για μια βραδιά εντυπώσεων. Χρησιμοποίησα ό,τι απέμεινε. Και απέμειναν εκατόν πενήντα ευρώ. Με αυτά αγοράστηκαν οι πατάτες, το ψωμί και τα τουρσιά. Αντώνιε, άνοιξε σε παρακαλώ τις σαρδέλες. Το μαχαίρι είναι δίπλα σου.

Το πρόσωπο της Πολυξένης κοκκίνισε απότομα.

— Αυτό είναι προσβολή! Δηλαδή τι υπονοείς; Ότι σας στέρησα; Ότι σας πήρα το φαγητό από το στόμα; Ο γιος μου μού έκανε ένα δώρο από αγάπη!

— Δεν υπονοώ τίποτα. Περιγράφω γεγονότα, — απάντησε η Δήμητρα, με φωνή ψυχρή σαν χειμωνιάτικος αέρας. — Ο Αντώνιος επέλεξε να διαθέσει τα χρήματα αλλού. Σεβαστό. Όμως τα χρήματα δεν πολλαπλασιάζονται μόνα τους. Αν φύγουν από ένα σημείο, λείπουν από κάποιο άλλο.

— Αντώνη! — στράφηκε η μητέρα του. — Θα της επιτρέψεις να μου μιλά έτσι; Ήρθαμε να γιορτάσουμε κι εκείνη μας σερβίρει πατάτες με τη φλούδα;

Ο Αντώνιος κοιτούσε πότε τη μία και πότε την άλλη, αμήχανος και κατακόκκινος.

— Δήμητρα… είναι λίγο υπερβολικό. Θα μπορούσες τουλάχιστον να πάρεις ένα κοτόπουλο…

— Με ποια χρήματα; — τον διέκοψε. — Με τα εισιτήρια για να πάω στη δουλειά; Ή να κόψω το μεσημεριανό μου για έναν μήνα; Κάνω ήδη οικονομίες παντού. Δεν γίνεται να χαρίζουμε ό,τι έχουμε και μετά να απαιτούμε γιορτές πολυτελείας. Αν θέλεις να είσαι γενναιόδωρος γιος, βρες τρόπο να αυξήσεις το εισόδημά σου. Μην αδειάζεις το κοινό μας ταμείο.

— Οικογένεια σημαίνει στήριξη! — αντέτεινε η Πολυξένη. — Να μοιράζεσαι και το τελευταίο σου κομμάτι! Εσύ είσαι μικρόψυχη. Πάντα το έλεγα πως δεν ταιριάζεις στον γιο μου.

Η Δήμητρα σηκώθηκε όρθια.

— Αφού σας χαλάω τη διάθεση, δεν θα σας ενοχλήσω άλλο. Το φαγητό είναι απλό, αλλά τίμιο. Καλή αλλαγή χρόνου.

Χωρίς να περιμένει απάντηση, βγήκε από το σαλόνι. Τα βήματά της αντήχησαν στον διάδρομο, ενώ πίσω της άρχισαν ήδη οι πρώτες υψωμένες φωνές. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω της, αφήνοντας το υπόλοιπο σπίτι να βράζει από την ένταση που μόλις είχε ξεσπάσει.

Ψίθυροι Ζωής