Η φράση «κάτι θα σκεφτείς» στριφογύριζε επίμονα στο μυαλό της, φέρνοντας μαζί της ένα κύμα παγωμένης αγανάκτησης. Πόσες φορές την είχε ακούσει; «Δήμητρα Παύλου, η μαμά θέλει φυτά για το εξοχικό, βρες έναν τρόπο να τα καλύψουμε». «Δήμητρα Παύλου, γρατσούνισα το αυτοκίνητο, πρέπει να βαφτεί άμεσα, κοίτα πού μπορούμε να κόψουμε έξοδα». Και εκείνη πάντα έβρισκε λύση. Περιόριζε τα δικά της, έσφιγγε το ζωνάρι, ανέβαλλε μια καινούργια κρέμα, ένα απλό ζευγάρι καλσόν.
Όμως αυτή τη φορά ένιωθε πως είχε ξεπεραστεί κάθε όριο.
Το ίδιο βράδυ ο Αντώνιος Γιαννόπουλος συμπεριφερόταν σαν να μη συνέβη τίποτα. Παρακολουθούσε τηλεόραση, γελούσε δυνατά με μια κωμική εκπομπή. Στο μυαλό του το θέμα είχε κλείσει: η γυναίκα του ίσως γκρίνιαξε λίγο, αλλά θα το ξεπερνούσε. Όπως πάντα. Θα κουνούσε, τάχα μαγικά, την κουτάλα και το ψυγείο θα γέμιζε καλούδια.
Στις 30 Δεκεμβρίου η Δήμητρα πήγε κανονικά στη δουλειά. Στο γραφείο επικρατούσε γιορτινός αναβρασμός. Συνάδελφοι αντάλλασσαν ιδέες για το πού βρήκαν καλύτερες τιμές, συζητούσαν συνταγές για παραδοσιακά πιάτα και γελούσαν με ιστορίες από προηγούμενες Πρωτοχρονιές.
— Δήμητρα, την χήνα θα τη φτιάξεις με μήλα ή με πορτοκάλι; τη ρώτησε η Μαρία Θεοδώρου από το λογιστήριο, ανακατεύοντας το τσάι της.
— Με… αέρα, απάντησε εκείνη ξερά, πριν φορέσει βιαστικά ένα χαμόγελο. Φέτος δοκιμάζουμε τον μινιμαλισμό.
Μετά τη δουλειά δεν κατευθύνθηκε στο μεγάλο σούπερ μάρκετ όπως είχε σχεδιάσει. Μπήκε στο μικρό παντοπωλείο της γειτονιάς. Αγόρασε ένα πακέτο από το πιο φθηνό αλάτι, μια φρατζόλα μαύρο ψωμί και μια κονσέρβα σαρδέλες. Κοντοστάθηκε, σκέφτηκε, και πρόσθεσε τρεις πατάτες. Πλήρωσε με ψιλά που μάζεψε από τις τσέπες της.
Στο σπίτι ο Αντώνιος την υποδέχτηκε με ανυπομονησία.
— Τα πήρες όλα; Μίλησα με τη μαμά. Θα έρθει αύριο να κάνουμε μαζί την αλλαγή του χρόνου. Να γιορτάσουμε και το καινούργιο πλυντήριο, έτσι για το καλό.
Η Δήμητρα έμεινε ακίνητη στο χολ, χωρίς να βγάλει καν τις μπότες της.
— Θα έρθει η μητέρα σου; επανέλαβε αργά.
— Φυσικά. Γιατί να μείνει μόνη; Είπε πως θα περάσει κατά τις εννιά, να αποχαιρετήσουμε τον παλιό χρόνο. Μην ανησυχείς, δεν είναι απαιτητική. Λίγη προσοχή θέλει.
— Τέλεια, αποκρίθηκε εκείνη ήρεμα. Υπέροχα.
Μέσα της κάτι «κούμπωσε». Το τελευταίο κομμάτι μπήκε στη θέση του. Η ίδια μητέρα που μόλις χθες απέκτησε πλυντήριο αξίας τριάντα χιλιάδων ευρώ από τον κοινό τους λογαριασμό, θα ερχόταν να καθίσει σε στρωμένο τραπέζι. Γιατί η Δήμητρα «θα έβρισκε τρόπο».
Έβγαλε το παλτό της, πήγε στην κουζίνα και άρχισε να ετοιμάζει το «δείπνο». Έβρασε τις τρεις πατάτες με τη φλούδα. Άνοιξε ένα βάζο αγγουράκια τουρσί που είχε φτιάξει το καλοκαίρι. Έκοψε προσεκτικά το ψωμί σε λεπτές, συμμετρικές φέτες.
Ύστερα έβγαλε από το ντουλάπι το λευκό τραπεζομάντιλο με τα χρυσοκέντητα νιφάδες — εκείνο που κρατούσε για ιδιαίτερες περιστάσεις. Το άπλωσε με επισημότητα. Τοποθέτησε το καλό σερβίτσιο με το χρυσό τελείωμα, τα κρυστάλλινα ποτήρια, τα ασημένια μαχαιροπίρουνα της γιαγιάς.
Στο κέντρο του τραπεζιού ακούμπησε μια μεγάλη πιατέλα. Πάνω της, ολομόναχες, οι τρεις βραστές πατάτες. Δίπλα, σε κρυστάλλινο μπολ, λίγες ροδέλες αγγουριού. Σε μικρό πιάτο, οι φέτες του μαύρου ψωμιού. Και η κονσέρβα με τις σαρδέλες — κλειστή. Το ανοιχτήρι τοποθετημένο δίπλα, σαν τελετουργικό αντικείμενο.
— Έτοιμο, ψιθύρισε κοιτάζοντας το αποτέλεσμα. Όπως ακριβώς ζητήθηκε.
Το πρωί της παραμονής ο Αντώνιος ξύπνησε αργά, γεμάτος ευφορία.
— Δήμητρα! φώναξε. Θα φάμε κάτι;
— Στο ψυγείο, απάντησε εκείνη από το μπάνιο.
Βρήκε μια κατσαρόλα με χθεσινό φαγητό.
— Λιτό μενού, ε; μουρμούρισε, αλλά το έφαγε. Ετοιμάζεις από τώρα; Μυρίζει… περίεργα.
— Όλα είναι έτοιμα, είπε εκείνη βγαίνοντας με μπουρνούζι και πετσέτα στα μαλλιά. Το τραπέζι έχει στρωθεί. Μην μπεις στο σαλόνι. Είναι έκπληξη. Να «δέσουν» οι γεύσεις ως το βράδυ.
Ο Αντώνιος χαμογέλασε ικανοποιημένος.
— Έκπληξη; Μ’ αρέσουν οι εκπλήξεις. Ήξερα ότι θα τα καταφέρεις.
Εκείνη πέρασε τη μέρα φροντίζοντας τον εαυτό της. Μάσκα προσώπου, βαμμένα νύχια, προσεγμένο χτένισμα. Φόρεσε το σκούρο μπλε βελούδινο φόρεμά της. Ο Αντώνιος την κοιτούσε με θαυμασμό.
— Είσαι υπέροχη. Η μαμά θα εντυπωσιαστεί. Παρεμπιπτόντως, είπε πως φέρνει κι ένα δωράκι. Κάτι για το σπίτι μάλλον.
Λίγο πριν τις εννιά, το κουδούνι ήχησε. Στο κατώφλι στεκόταν η Πολυξένη Αναγνωστοπούλου, με μάγουλα κοκκινισμένα από το κρύο και μια καινούργια γούνινη σκούφια στο κεφάλι. Κρατούσε μια μικρή σακούλα και, μπαίνοντας με αέρα, αναφώνησε χαρούμενα την πρωτοχρονιάτικη ευχή της.
