“Τα πήρα. Τα χρειάστηκε η μαμά.” ομολογεί ο Αντώνης, και η Δήμητρα καταρρέει μπροστά στο άδειο κουτί

Απαράδεκτη, εγωιστική πράξη που καταστρέφει ελπίδες.
Ιστορίες

– Πού είναι τα χρήματα που κρατούσαμε για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι; – ρώτησε η Δήμητρα Παύλου, ανοίγοντας το μεταλλικό κουτί από μπισκότα που είχαν για «θησαυροφυλάκιο» στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας.

Στεκόταν στις μύτες των ποδιών της, τεντωμένη όσο δεν έπαιρνε, κι όμως τα δάχτυλά της άγγιξαν μόνο το παγωμένο, άδειο μέταλλο στον πάτο. Ένιωσε την καρδιά της να χάνει έναν χτύπο. Δύο μόλις μέρες απέμεναν μέχρι την Πρωτοχρονιά. Εκεί μέσα είχαν φυλάξει τριάντα χιλιάδες ευρώ – χρήματα που μάζευαν προσεκτικά επί δύο μήνες, βάζοντας στην άκρη κάτι από κάθε μισθό και κάθε προκαταβολή. Ήταν ο προϋπολογισμός για τα ψώνια, τα δώρα τους και μια μικρή έξοδο στις γιορτές.

Ο Αντώνιος Γιαννόπουλος καθόταν στο τραπέζι, σκυμμένος πάνω από το κινητό του, χαμένος στις ειδήσεις. Δεν σήκωσε καν το βλέμμα· ανασήκωσε μόνο αδιάφορα τον ώμο, σαν να τον ενοχλούσε κουνούπι.

– Αντώνη, σε ρωτάω, – η φωνή της έγινε κοφτή. – Το κουτί είναι άδειο. Πού πήγαν τα λεφτά;

Εκείνος άφησε επιτέλους το τηλέφωνο και την κοίταξε με εκείνη την έκφραση που έχουν οι μαθητές όταν τους πιάνουν επ’ αυτοφώρω: λίγη ενοχή, λίγη άμυνα και μια κρυφή διάθεση να αλλάξουν θέμα.

– Δήμητρα, μη ξεκινάς πάλι… – μορμούρισε. – Τα πήρα. Τα χρειάστηκε η μαμά.

Η Δήμητρα κάθισε αργά απέναντί του. Τα πόδια της έτρεμαν σαν να μην την κρατούσαν. Ένα βουητό γέμισε το κεφάλι της.

– Η μητέρα σου; – επανέλαβε χαμηλόφωνα. – Και τι συνέβη αυτή τη φορά με την Πολυξένη Αναγνωστοπούλου; Έσταξε η στέγη; Χάλασε η τηλεόραση; Ή μήπως έπρεπε επειγόντως να κάνει σπα ο γάτος της;

– Σταμάτα την ειρωνεία, – αντέδρασε εκείνος, ακουμπώντας το κινητό ανάποδα στο τραπέζι. – Υπάρχει σοβαρό θέμα. Το πλυντήριο χάλασε οριστικά. Ήρθε τεχνικός και είπε πως δεν συμφέρει επισκευή, καλύτερα καινούργιο. Πώς να μείνει χωρίς πλυντήριο; Είναι εξήντα πέντε χρονών! Να τρίβει σεντόνια στη μπανιέρα; Έχει πρόβλημα με τη μέση της.

Η Δήμητρα πήρε βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να συγκρατήσει το τρέμουλο στα χέρια της.

– Αντώνη, η μητέρα σου δεν είναι ανήμπορη. Και το πλυντήριο ήταν μόλις πέντε ετών, θυμάσαι; Εμείς το είχαμε αγοράσει. Αλλά ακόμη κι αν χάλασε… γιατί τώρα; Δυο μέρες πριν τις γιορτές; Και γιατί να δώσεις όλα μας τα χρήματα;

– Επειδή τώρα υπήρχαν προσφορές! – πέταξε, σαν να εξηγούσε κάτι αυτονόητο. – Προεορταστικές εκπτώσεις. Βρήκαμε μοντέλο με στεγνωτήριο, με δεκάδες προγράμματα. Το ήθελε χρόνια. Από τη σύνταξη δεν θα τα μάζευε ποτέ. Τι να της έλεγα; «Μαμά, πλύνε στο χέρι γιατί εμείς θέλουμε πολυτελές τραπέζι;»

– Πολυτελές; – χαμογέλασε πικρά η Δήμητρα. – Δεν μιλάμε για χαβιάρια. Εκεί μέσα ήταν τα χρήματα για όλα: κρέας, λαχανικά, ποτά, δώρα. Καλέσαμε κόσμο. Τους φίλους σου κιόλας – τον Γεώργιο Σταματιάδη με τη γυναίκα του, τον Αλέξανδρο Γεωργιάδη. Με τι θα τους φιλέψουμε;

Εκείνος σηκώθηκε και πήγε προς τον βραστήρα, κάνοντας μια κίνηση αδιαφορίας με το χέρι.

– Μην τα κάνεις όλα δράμα. Πάντα κάτι βρίσκεις. Έχεις προμήθειες. Θα ανοίξεις κανένα βάζο με τουρσί, θα βράσουμε πατάτες, θα πάρουμε ένα κοτόπουλο – δεν κοστίζει τίποτα. Θα φτιάξεις δυο-τρεις σαλάτες από ό,τι υπάρχει. Η παρέα μετράει, όχι τα φαγητά. Μη θεοποιείς το τραπέζι.

– Και το κοτόπουλο με τι λεφτά; – τον ρώτησε κοιτώντας την πλάτη του. – Στο πορτοφόλι μου έχω χίλια πεντακόσια ευρώ μέχρι τον επόμενο μισθό, που θα μπει στις δέκα Ιανουαρίου. Εσύ προφανώς δεν έχεις τίποτα, αφού άδειασες το κουτί.

– Ε… θα δανειστούμε. Ή βγάλε από την πιστωτική. Θα τα καλύψουμε μετά. Σημασία έχει ότι η μαμά χάρηκε. Δεν φαντάζεσαι πόσο. Έψησε ήδη πίτες για εμάς.

– Υπέροχα, – απάντησε ξερά. – Πίτες αντί για γιορτινό τραπέζι.

Σηκώθηκε και έφυγε από την κουζίνα. Δεν είχε νόημα να συνεχίσει. Ο Αντώνιος είτε δεν καταλάβαινε είτε δεν ήθελε να καταλάβει. Για εκείνον ο κοινός τους λογαριασμός ήταν κάτι αόριστο, ένα ανεξάντλητο απόθεμα που άνοιγε κάθε φορά που η μητέρα του ζητούσε βοήθεια, με τη βεβαιότητα ότι η σύζυγος θα βρει λύση.

Στην κρεβατοκάμαρα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και σκέπασε το πρόσωπό της με τις παλάμες. Τα μάτια της έκαιγαν. Δεν πονούσε τόσο για τα χρήματα όσο για την αδιαφορία. Όλον τον Δεκέμβριο σχεδίαζε το μενού, σημείωνε συνταγές, οργάνωνε λίστες αγορών. Ονειρευόταν μια αληθινή γιορτή, ζεστή και φωτεινή, με το σπίτι να μοσχοβολάει έλατο και ψητό στον φούρνο. Και τώρα…

Ψίθυροι Ζωής