Οι επόμενες εβδομάδες κύλησαν με ρυθμό καταιγιστικό. Μαζί με την εξόφληση της αμοιβής της — άλλες τριάντα χιλιάδες ευρώ — ήρθαν και καινούργιες προτάσεις. Ο ιδιοκτήτης του καφέ, ο Ηλίας Ζωγράφος, ενθουσιασμένος από το αποτέλεσμα, τη σύστησε σε γνωστούς και συνεργάτες του. Σύντομα το τηλέφωνό της δεν σταματούσε να χτυπά: σχεδιασμός λογοτύπων, εταιρικές ταυτότητες, συσκευασίες για μια ανερχόμενη ελληνική εταιρεία καλλυντικών.
Η Δήμητρα Γιαννοπούλου δούλευε μέχρι αργά, συχνά αποκοιμιόταν εξαντλημένη πάνω στον καναπέ, όμως ένιωθε μια βαθιά, ήρεμη ευτυχία. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια δεν ένιωθε παγιδευμένη στη ζωή κάποιου άλλου. Ζούσε με τους δικούς της όρους.
Ένα βράδυ, επιστρέφοντας από επαγγελματικό ραντεβού, είδε στην οθόνη του κινητού έναν άγνωστο αριθμό.
— Δήμητρα; Είμαι ο Γεώργιος Παναγιωτίδης, από την παλιά σας πολυκατοικία.
Στάθηκε μπροστά στην είσοδο του καινούργιου της διαμερίσματος.
— Καλησπέρα σας. Όλα καλά;
— Απλώς σκέφτηκα ότι έπρεπε να το ξέρετε… Χθες ο Αλέξανδρος Ευαγγέλου άδειασε το σπίτι. Ήρθε η Σοφία Λεοντιάδη με το παιδί, πήραν πράγματα. Και η Καλλιόπη Αγγελοπούλου έφυγε μαζί τους. Μετακόμισαν στην άλλη άκρη της πόλης. Την άκουσα να φωνάζει στο κλιμακοστάσιο ότι επιτέλους απέκτησε «κανονική οικογένεια».
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
— Σας ευχαριστώ που με ενημερώσατε.
— Να προσέχετε τον εαυτό σας, κορίτσι μου, — πρόσθεσε διστακτικά. — Πάντα πίστευα πως άξιζες κάτι καλύτερο.
Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ένιωσε πως κόπηκε και ο τελευταίος δεσμός με το παρελθόν. Ο Αλέξανδρος είχε επιλέξει: τη νέα του σύντροφο, τον γιο του, τη μητέρα που καθόριζε κάθε του βήμα. Ας ζούσαν σύμφωνα με τους κανόνες της Καλλιόπης. Αν ο Αλέξανδρος είχε προδώσει μία φορά, τίποτε δεν εγγυόταν πως δεν θα το επαναλάμβανε.
Η θεία της, η Ουρανία Παπακώστα, την επισκεπτόταν κάθε εβδομάδα. Έφερνε ταψιά με πίτες, βοηθούσε στο συμμάζεμα και της μετέφερε νέα από τη γειτονιά. Μια μέρα της διηγήθηκε ότι είδε τον Αλέξανδρο με τη Σοφία σε σούπερ μάρκετ να λογομαχούν έντονα μπροστά στα ταμεία. Η Σοφία διαμαρτυρόταν πως τα χρήματα δεν έφταναν, ενώ η Καλλιόπη παρενέβαινε υπερασπιζόμενη τον γιο της.
— Και να σου πω το καλύτερο; — συνέχισε η Ουρανία πίνοντας τσάι στον καινούργιο καναπέ. — Η Ρέα Δημόπουλου από την εφορία λέει πως ο Αλέξανδρος έχει μπλέξει με δάνεια. Δύο νοικοκυριά δεν συντηρούνται εύκολα. Και τώρα έχει και τη δόση του σπιτιού μόνος του. Η Σοφία, απ’ ό,τι ακούγεται, άφησε τη δουλειά της.
Η Δήμητρα ανασήκωσε τους ώμους.
— Δεν με αφορά πια.
Η άνοιξη ήρθε νωρίς εκείνη τη χρονιά. Τον Απρίλιο κλήθηκε για συνέντευξη σε μεγάλη διαφημιστική εταιρεία· το portfolio της είχε ξεχωρίσει. Πέρασε τρία στάδια αξιολόγησης και τελικά της έγινε επίσημη πρόταση: πλήρης απασχόληση, αξιοπρεπείς αποδοχές, ασφάλιση και προοπτικές εξέλιξης. Δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη.
Τον Μάιο συνάντησε ξανά τον Ηλία Ζωγράφο σε εγκαίνια έκθεσης design. Συνομίλησαν αρκετή ώρα και εκείνος της πρότεινε να δειπνήσουν μαζί. Δίστασε — οι πληγές ήταν ακόμη νωπές. Όμως η θεία Ουρανία την ενθάρρυνε: «Μην τιμωρείς τον εαυτό σου για λάθη άλλων».
Ο Ηλίας αποδείχθηκε διακριτικός και ουσιαστικός. Δεν απαιτούσε, δεν επέβαλλε απόψεις, δεν τη συνέκρινε με κανέναν. Την άκουγε. Τη συνόδευε σε παραστάσεις, σε περιπάτους στην πόλη, ενδιαφερόταν πραγματικά για τις ιδέες και τα σχέδιά της. Σιγά-σιγά, η Δήμητρα άφηνε την καχυποψία να λιώσει.
Το καλοκαίρι έφτασαν τα έγγραφα του διαζυγίου. Ο Αλέξανδρος δεν διεκδίκησε χρήματα· πιθανότατα αντιλήφθηκε πως δεν είχε νομικά επιχειρήματα. Το διαμέρισμα και τα χρέη έμειναν σε εκείνον. Εκείνη υπέγραψε με ανάλαφρη καρδιά. Ο τριετής γάμος της είχε κλείσει τον κύκλο του.
Ο λογαριασμός που είχε ανοίξει κρυφά σε μια δύσκολη στιγμή δεν ήταν πια μέσο διαφυγής αλλά εργαλείο σχεδιασμού. Κατέθετε συστηματικά χρήματα, με στόχο την προκαταβολή για δικό της σπίτι. Μικρό, φωτεινό, ανεξάρτητο. Έναν χώρο όπου κανείς δεν θα της υπαγορεύει πώς να ζει.
Ένα φθινοπωρινό σούρουπο, καθώς περπατούσαν με τον Ηλία στην παραλία, εκείνος σταμάτησε και της έσφιξε το χέρι.
— Ξέρεις τι σκέφτομαι; Ότι ήσουν αρκετά γενναία για να φύγεις την κατάλληλη στιγμή. Κι εγώ στάθηκα τυχερός που σε γνώρισα.
Κοίταξε τα φώτα της πόλης που καθρεφτίζονταν στο νερό. Κάπου εκεί ζούσε ο Αλέξανδρος με τη Σοφία και την Καλλιόπη, παλεύοντας με δόσεις και επιλογές. Ίσως να είχε συνειδητοποιήσει τι έχασε — ίσως και όχι.
— Κι εγώ νιώθω τυχερή, — απάντησε ήρεμα. — Έμαθα να σέβομαι τον εαυτό μου. Να μη συμβιβάζομαι με λιγότερα απ’ όσα αξίζω. Έχω δουλειά που αγαπώ, οικονομική ανεξαρτησία και το δικαίωμα να επιλέγω.
— Και έχεις κι εμένα, — είπε χαμογελώντας.
— Ναι, έχω κι εσένα.
Συνεχίζοντας τον περίπατο, συλλογιζόταν πόσο παράξενα εξελίσσεται η ζωή. Κάποτε ήταν μια κοπέλα που πίστευε στα παραμύθια. Έπειτα μια σύζυγος που έχανε τον εαυτό της. Τώρα ήταν απλώς η Δήμητρα — με όνειρα, σχέδια και θάρρος να ξεκινά από την αρχή.
Ο μυστικός λογαριασμός δεν της χάρισε μόνο ασφάλεια. Της δίδαξε πειθαρχία, διορατικότητα, επιμονή. Κάθε κατάθεση υπήρξε ένα μικρό βήμα προς την ελευθερία. Κοιτώντας πίσω, ήξερε πως είχε επιλέξει σωστά. Δεν σπατάλησε τα καλύτερά της χρόνια σε έναν άνθρωπο που δεν την εκτίμησε. Μπροστά της απλωνόταν μια ζωή δική της — αληθινή, κερδισμένη με κόπο. Μια ζωή που άξιζε.
