“Λίγη υπομονή! Το μηχάνημα τα έχει παίξει” είπε η Μαρία, αποσβολωμένη όταν η συναλλαγή δεν εγκρίθηκε

Απαράδεκτο, αδικαιολόγητο και βαθιά συντριπτικό.
Ιστορίες

Η Ελένη έκλαιγε ολόκληρη εβδομάδα. Πίστευε πως την είχε χάσει κάπου έξω, πως της έπεσε χωρίς να το καταλάβει. Κι εσύ… εσύ τη χάιδευες στον ώμο και της έλεγες πως δεν πειράζει, πως είναι απλώς ένα αντικείμενο και ότι η υγεία έχει σημασία.

— Σκόπευα να την πάρω πίσω! — φώναξε η Μαρία Βενιζέλου, νιώθοντας πως δεν είχε πια διέξοδο. — Είχα επείγουσα ανάγκη από χρήματα! Μου παρουσιάστηκαν προβλήματα με τα δόντια μου και δεν θα πήγαινα σε δημόσιο ιατρείο! Θα την εξαγόραζα, στο λέω!

— Με αυτά τα χρήματα έκλεισες πακέτο για ιαματικά λουτρά, μαμά. Τα εισιτήρια τα είδα με τα μάτια μου.

— Και λοιπόν; — η φωνή της υψώθηκε από άμυνα. — Ναι, το έκανα! Είμαι μάνα, δικαιούμαι λίγη ξεκούραση! Εσείς έχετε κοσμήματα άφθονα, δεν θα καταστρεφόσασταν για ένα ακόμα! Σιγά το πράγμα!

— Δεν ήταν “ένα πράγμα”, — ψιθύρισε η Ελένη με τρεμάμενα χείλη. — Ήταν το ενθύμιο του πατέρα μου. Ο χαμός του μας διέλυσε.

Ο Αλέξανδρος Ζωγράφος κοιτούσε τη μητέρα του σαν να στεκόταν απέναντι σε άγνωστη.

— Φύγε, — είπε χαμηλά.

— Με διώχνεις; Τη μάνα σου; Για ένα κόσμημα;

— Όχι για το κόσμημα. Για το ψέμα. Γιατί δεν μας αγαπάς, μαμά. Μας χρησιμοποιείς.

— Μείνετε λοιπόν μόνοι σας! — άρπαξε την τσάντα της με χέρια που έτρεμαν. — Ζήστε όπως θέλετε! Κι όταν δυσκολευτείτε, θα θυμηθείτε ποια είμαι!

Κατέβηκε τις σκάλες σχεδόν τρέχοντας και έκλεισε πίσω της την εξώπορτα με πάταγο. Προσπάθησε να καλέσει ταξί από το κινητό, όμως η εφαρμογή έδειξε ανεπαρκές υπόλοιπο. Αναγκάστηκε να πάει στη στάση. Ο αέρας της μαστίγωνε το πρόσωπο και στο μυαλό της επαναλάμβανε πως θα το μετανιώσουν. Σίγουρα θα το μετανιώσουν.

Δεν το μετάνιωσαν. Ούτε την αναζήτησαν.

Τον πρώτο καιρό στάθηκε όρθια χάρη στον θυμό της. Ξόδευε τα τελευταία ευρώ της σύνταξης σε γλυκά, περνούσε επιδεικτικά μπροστά από το σπίτι τους με το κεφάλι ψηλά.

Ύστερα, όμως, τα χρήματα τελείωσαν. Ολοκληρωτικά.

Το ψυγείο άδειασε. Διαπίστωσε με έκπληξη πόσο ακριβό είχε γίνει το τυρί που συνήθιζε να αγοράζει και πως οι λογαριασμοί κατάπιναν σχεδόν τα μισά της έσοδα. Κατέληξε σε φτηνά μακαρόνια και κοτόπουλο για σούπα.

Το διαμέρισμα βυθίστηκε στη σιωπή. Κάποτε εκνευριζόταν με τα τηλεφωνήματα της νύφης της· τώρα το τηλέφωνο έμενε άφωνο για μέρες. Μόνο διαφημιστικές κλήσεις για δάνεια.

— Η αίτησή σας εγκρίθηκε… — ακουγόταν χαρούμενα μια ηχογραφημένη φωνή.

— Άντε χαθείτε! — απαντούσε εκείνη, για να ξεσπάσει σε κλάματα λίγο αργότερα.

Στον τρίτο μήνα χάλασε το φερμουάρ στις χειμωνιάτικες μπότες της. Το ποσό που της ζήτησαν στο τσαγκάρικο την ζάλισε.

— Για πέντε λεπτά δουλειά τόσα; — αγανάκτησε.

— Κάν’ το μόνη σου τότε, — μουρμούρισε ο μάστορας.

Γύρισε σπίτι, κατέβασε από το πατάρι μια παλιά βαλίτσα. Μέσα βρισκόταν η ραπτομηχανή της. Βαριά, στιβαρή. Κάποτε, όταν ο Αλέξανδρος ήταν μικρός, έραβε για όλη τη γειτονιά.

Πέρασε την κλωστή στη βελόνα με δάχτυλα που είχαν ξεσυνηθίσει. Πάλευε ώρες με τη μπότα, τρύπησε τις άκρες των δαχτύλων της, έσπασε δυο βελόνες. Μα στο τέλος τα κατάφερε.

Την επόμενη μέρα, καταπίνοντας την περηφάνια της, κόλλησε μια μικρή αγγελία στην είσοδο: «Επιδιορθώσεις ρούχων. Προσιτές τιμές. Διαμ. 15».

Πρώτη χτύπησε το κουδούνι η νεαρή φοιτήτρια του τρίτου.

— Κυρία Μαρία, μου σκίστηκαν τα τζιν μου…

Ψίθυροι Ζωής