“Δηλαδή στον αδελφό το διαμέρισμα κι εμένα μου αφήνετε τα αγριόχορτα και τους φόρους;” — είπε η Νεφέλη και άφησε το μπρελόκ πάνω στο τραπέζι με μια ηρεμία που θύμιζε άνθρωπο που ξεφορτώνεται βάρος ξένο

Η σιωπή ήταν αδικαιολόγητα βαριά και απειλητική.
Ιστορίες

Ο μάστορας που της είχαν προτείνει ήταν ο Μιχάλης, παλιός τρακτερίστας της περιοχής, άνθρωπος πρακτικός που τα τελευταία χρόνια έκανε μικροεπισκευές για να συμπληρώνει το εισόδημά του. Ήρθε ένα πρωί, ανέβηκε στη στέγη, περιεργάστηκε τα κεραμίδια και κατέβηκε σκουπίζοντας τα χέρια του.

— Δεν είναι απλή υπόθεση, της είπε κουνώντας το κεφάλι. Αν θέλεις σωστή δουλειά, η σκεπή χρειάζεται αντικατάσταση. Αν όμως σε νοιάζει απλώς να μη στάζει μέχρι να δεις τι θα κάνεις, μπορώ να τη σκεπάσω πρόχειρα με ασφαλτόπανο και να το καρφώσω. Με τα υλικά, γύρω στα δέκα χιλιάρικα.

Η Νεφέλη δίστασε ελάχιστα.

— Κάν’ το, απάντησε χαμηλόφωνα.

Μέσα στις επόμενες μέρες ο Μιχάλης κάρφωσε φύλλα κόντρα πλακέ στα παράθυρα για να μην τα σπάσουν πιτσιρικάδες ή μπουν μέσα άστεγοι. Άλλες πέντε χιλιάδες έφυγαν έτσι, σχεδόν αθόρυβα. Στην αποθήκη βρήκε μισοξεχασμένα κουτιά με μπογιά και δυο παλιά πινέλα· έβαψε τα παντζούρια, μόνο και μόνο για να μη δείχνει το σπίτι εντελώς εγκαταλελειμμένο.

— Τον φράχτη θα τον φτιάξουμε; τη ρώτησε δείχνοντας το στραβωμένο συρματόπλεγμα.

Η Νεφέλη κοίταξε την περίφραξη που έγερνε σαν κουρασμένη πλάτη και αναστέναξε.

— Όχι τώρα. Δεν περισσεύει τίποτα.

— Όπως νομίζεις. Μόνο πρόσεξε, γιατί αν μπουν ζώα από δίπλα, θα τα πατήσουν όλα.

— Δεν υπάρχει και τίποτα να πατηθεί, απάντησε κουρασμένα.

Όταν επέστρεψε στην πόλη, ένιωθε παράξενα εξαπατημένη. Κανείς δεν της είχε πει ψέματα ευθέως· απλώς κανείς δεν της είχε περιγράψει την πραγματικότητα. Η μητέρα της μιλούσε πάντα για το χωριό σαν για μικρό παράδεισο — ησυχία, αυλή, ελευθερία. Ο Κώστας, από την άλλη, δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να ασχοληθεί· εκείνος πήρε το διαμέρισμα, τα υπόλοιπα δεν τον αφορούσαν.

Ο Κώστας στο μεταξύ κινήθηκε γρήγορα. Άφησε το ενοικιαζόμενο σπίτι του και εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα που κληρονόμησε. Έβαψε τους τοίχους, άλλαξε τα είδη υγιεινής, αγόρασε καινούρια έπιπλα. Δύο μήνες αργότερα το ανάρτησε προς ενοικίαση. Βρέθηκε ζευγάρι νέων, χωρίς παιδιά και κατοικίδια, που εργάζονταν εξ αποστάσεως ως προγραμματιστές. Συμφώνησαν στα τριάντα χιλιάδες ευρώ τον μήνα καθαρά, με τα κοινόχρηστα επιπλέον, και υπέγραψαν συμβόλαιο για έναν χρόνο.

Στα οικογενειακά κυριακάτικα τραπέζια, που γίνονταν μία φορά τον μήνα στο σπίτι της Ολυμπίας, ο Κώστας μιλούσε με εμφανή ικανοποίηση για την επιτυχία του.

— Στάθηκα τυχερός με τους ενοικιαστές, έλεγε απλώνοντας βούτυρο στο ψωμί. Ήρεμοι άνθρωποι, τακτικοί. Πληρώνουν στην ώρα τους — καμιά φορά και νωρίτερα.

Η Ολυμπία τον καμάρωνε.

— Μπράβο, παιδί μου. Ο πατέρας σου θα ήταν περήφανος. Έκανες σωστή αξιοποίηση της περιουσίας.

Η Νεφέλη άκουγε σιωπηλή, βυθίζοντας το κουτάλι στη σούπα. Σκεφτόταν πως ίσως κι εκείνη να άξιζε λίγη περηφάνια — αν ο πατέρας της γνώριζε ότι κάθε μήνα πλήρωνε για ένα σπίτι στο οποίο δεν έμενε, δεν σκόπευε να μείνει και που, παρά τις προσπάθειές της, κατέρρεε αργά αλλά σταθερά.

Πέρασε ένας χρόνος. Ήρθε και ο δεύτερος κύκλος φόρων. Άλλες είκοσι χιλιάδες χάθηκαν. Το σπίτι στεκόταν ακόμη, αλλά έμοιαζε να γερνάει μπροστά στα μάτια της. Την άνοιξη και το καλοκαίρι πήγε δυο φορές, δανείστηκε από μια γειτόνισσα βενζινοκίνητο χορτοκοπτικό και καθάρισε τα αγριόχορτα. Μάζεψε σκουπίδια σε σακούλες. Έμοιαζε μάταιο· σε λίγες εβδομάδες το οικόπεδο πνιγόταν ξανά στα χόρτα και ο άνεμος έφερνε καινούρια μπουκάλια και πλαστικά από τον δρόμο.

Μια μέρα, μπροστά στον υπολογιστή, άνοιξε την εφαρμογή της τράπεζας για να πληρώσει άλλη μια οφειλή. Τα δάχτυλά της έμειναν μετέωρα πάνω από το πληκτρολόγιο. Μια σκέψη, απλή και ωμή, πέρασε από το μυαλό της: «Για ποιο λόγο;»

Το ερώτημα ήταν τόσο προφανές που την ταρακούνησε. Γιατί να συνεχίζει; Γιατί να ξοδεύει χρήματα, χρόνο και ενέργεια για κάτι που δεν της προσφέρει τίποτα;

Οι αναμνήσεις; Αυτές ανήκαν στη γιαγιά και τον παππού, στα καλοκαίρια της παιδικής ηλικίας, στο σπίτι όπως ήταν τότε — ζεστό, ζωντανό. Όχι σε αυτό το υγρό κτίσμα που μύριζε μούχλα και είχε γεμίσει ποντίκια.

Η προοπτική; Ποια προοπτική; Για να ανακαινιστεί σωστά, θα χρειάζονταν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ — ποσό αδιανόητο για τον μισθό της. Ως δασκάλα σε δημόσιο σχολείο έπαιρνε σαράντα πέντε χιλιάδες ευρώ τον μήνα καθαρά. Από αυτά, τα δεκαπέντε πήγαιναν στο ενοίκιο ενός μικρού διαμερίσματος στα προάστια. Άλλα τόσα σε τρόφιμα και λογαριασμούς. Έμεναν δεκαπέντε — και από εκεί έφευγαν τα χρήματα για τους φόρους του σπιτιού. Ουσιαστικά ζούσε με δέκα χιλιάδες τον μήνα. Αποταμίευση; Αδύνατη.

Έκλεισε την εφαρμογή χωρίς να ολοκληρώσει την πληρωμή. Κάθισε στον καναπέ, έφερε τα γόνατα στο στήθος και κοίταξε τη βροχή που ψιλόπεφτε πίσω από το τζάμι. Μια μύγα περπατούσε αργά στο περβάζι.

Στα τέλη της άνοιξης, η Ολυμπία κάλεσε ξανά τα παιδιά για τραπέζι. Τυπική αφορμή: τα τριακοστά τρίτα γενέθλια του Κώστα. Ήταν μόνο οι τρεις τους. Σαλάτες, κοτόπουλο στον φούρνο, πατάτες. Ένα συνηθισμένο οικογενειακό βράδυ.

Η κουβέντα, όπως πάντα, γύρισε στα πρακτικά. Ο Κώστας ανέφερε ότι οι ενοικιαστές ζήτησαν ένα φρεσκάρισμα στο μπάνιο — κάποια πλακάκια είχαν χαλαρώσει, οι αρμοί είχαν μαυρίσει.

— Θα χρειαστεί να βάλω το χέρι στην τσέπη, είπε με ύφος σοβαρό. Τριάντα, ίσως σαράντα χιλιάδες. Αλλά είναι επένδυση. Αν το κάνω σωστά, μπορώ να ανεβάσω το ενοίκιο στα τριάντα πέντε. Σε έναν χρόνο θα τα έχω πάρει πίσω.

— Έτσι είναι αυτά, σχολίασε η Ολυμπία με κατανόηση. Τα ακίνητα θέλουν φροντίδα, αλλά στο τέλος ανταμείβουν.

Η Νεφέλη άκουγε και ένιωθε μέσα της να συσσωρεύεται κάτι βαρύ. Όχι θυμός — δεν ήταν άνθρωπος που ξεσπούσε. Ήταν μια ψυχρή, λογική ενόχληση. Μια αίσθηση παραλογισμού.

Ο Κώστας επενδύει τριάντα χιλιάδες και κερδίζει πέντε επιπλέον κάθε μήνα. Εκείνη δίνει είκοσι χιλιάδες τον χρόνο και δεν παίρνει τίποτα. Κι όμως, όλοι το θεωρούν φυσιολογικό.

— Και το σπίτι σου, Νεφέλη; ρώτησε ξαφνικά η μητέρα της. Πήγες καθόλου τελευταία;

— Πήγα τον προηγούμενο μήνα. Καθάρισα τα χόρτα, απάντησε κοφτά.

— Ίσως να το ομορφύνεις λίγο; Να φυτέψεις λουλούδια, κανέναν θάμνο; Να πάρει άλλη όψη;

Η Νεφέλη άφησε το πιρούνι στο πιάτο και την κοίταξε. Η Ολυμπία χαμογελούσε με ειλικρίνεια, χωρίς ίχνος ειρωνείας. Πραγματικά δεν έβλεπε το παράδοξο.

— Μαμά, πιστεύεις ότι η μοιρασιά ήταν δίκαιη;

Η φωνή της ήταν ήρεμη, σχεδόν ουδέτερη. Κι όμως, κάτι στον τόνο έκανε την Ολυμπία να παγώσει.

— Νομίζω πως ναι. Πήρατε από ένα ακίνητο ο καθένας.

Η Νεφέλη χαμογέλασε αχνά, κουρασμένα.

— Από ένα;

Ο Κώστας ανασηκώθηκε στην καρέκλα. Η αδελφή του δεν μιλούσε ποτέ έτσι.

— Τι υπονοείς; ρώτησε.

Η Νεφέλη σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, περισσότερο για να κρατήσει τη φωνή της σταθερή.

— Ο Κώστας έχει ένα διαμέρισμα που του αποφέρει τριάντα χιλιάδες ευρώ κάθε μήνα. Δηλαδή τριακόσιες εξήντα χιλιάδες τον χρόνο καθαρά. Εγώ κληρονόμησα ένα σπίτι που απαιτεί συνεχώς χρήματα και μου απορροφά κάθε μήνα πόρους χωρίς να μου επιστρέφει ούτε ένα ευρώ.

Ψίθυροι Ζωής