Η Μαρία και ο Γεώργιος αντάλλαξαν μια σύντομη ματιά.
– Και τι τα θέλει όλα αυτά; – ψιθύρισε εκείνος, σαν να μιλούσε περισσότερο στον εαυτό του. – Πού τα πηγαίνει; Μόνη της ζει…
– Ίσως τα μοιράζει στις γειτόνισσες. Ίσως τα πουλάει. Ή μπορεί απλώς να τα στοιβάζει κάπου, όπως κάνουν όσοι φοβούνται ότι θα τους λείψουν, – απάντησε η Μαρία χαμηλόφωνα. – Δεν έχει σημασία πια, Γεώργιε. Το ζήτημα είναι ότι παίρνει πράγματα κρυφά και μας κοιτάζει στα μάτια σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Η πόρτα άνοιξε. Βήματα στο διάδρομο.
– Γεωργάκι μου; Μαρία; Είστε μέσα; – ακούστηκε η ζωηρή φωνή της Αναστασίας. – Περνούσα από εδώ και είπα να σας δω για ένα λεπτό.
Μπήκε στην κουζίνα χαμογελώντας, κρατώντας δύο τσάντες. Το χαμόγελο όμως έσβησε μόλις αντίκρισε τα πρόσωπά τους. Το λάπτοπ βρισκόταν ακόμη πάνω στο τραπέζι. Στην οθόνη είχε παγώσει το καρέ: η ίδια, σκυμμένη μπροστά στο ανοιχτό ψυγείο, με σακούλες φουσκωμένες στα χέρια.
Ακολούθησε το βλέμμα τους. Είδε την εικόνα της. Το πρόσωπό της σκλήρυνε απότομα· από καλοσυνάτη μητέρα μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο που νιώθει παγιδευμένος.
– Τι σημαίνει αυτό; – φώναξε οξυμένα. – Με παρακολουθείτε; Τη μάνα σας; Ντροπή! Ξέρετε ότι αυτό είναι παράνομο;
Ο Γεώργιος σηκώθηκε αργά. Η φωνή του ήταν ψυχρή, σταθερή.
– Μαμά, άφησε τις τσάντες κάτω.
– Ποιες τσάντες; Δεν πήρα τίποτα! Είναι ψεύτικο, το φτιάξατε για να με διασύρετε! Αυτή εδώ – έδειξε τη Μαρία – με μισεί. Από την αρχή ήθελε να με βγάλει από τη μέση!
Ο Γεώργιος στάθηκε μπροστά της.
– Το είδα με τα μάτια μου. Πήρες κρέας, ψάρια, απορρυπαντικά. Γιατί; Σου δίνω χρήματα κάθε μήνα. Αν χρειάζεσαι κάτι, μου το λες. Γιατί να μπαίνεις κρυφά και να παίρνεις; Από εμένα. Από τη Μαρία.
Η Αναστασία κατάλαβε πως δεν μπορούσε να το αρνηθεί άλλο. Ίσιωσε την πλάτη και τα μάτια της γέμισαν οργή.
– Κλέβω; Εγώ; Εγώ που σε μεγάλωσα; Που δεν κοιμόμουν τα βράδια για σένα; Ό,τι έχεις, το χρωστάς σε μένα! Και μου λες ότι δεν μπορώ να πάρω λίγο φαγητό; Όλα εδώ μέσα είναι και δικά μου! Είσαι γιος μου. Οφείλεις να με φροντίζεις όπως πρέπει! Κι αυτή – έδειξε ξανά τη Μαρία – είναι ξένη. Σήμερα είναι, αύριο μπορεί να μην είναι. Η μάνα όμως είναι μία!
– Αυτή είναι η οικογένειά μου, – απάντησε ήρεμα αλλά αμετακίνητα ο Γεώργιος. – Εγώ και η Μαρία. Το σπίτι μας και τα έξοδά μας. Δεν μπορείς να μπαίνεις όποτε θέλεις και να ψάχνεις τα ντουλάπια σαν να βρίσκεσαι στο δικό σου.
– Μπράβο! – ξέσπασε εκείνη. – Σε έκανε ό,τι θέλει! Ούτε φωνή δεν έχεις πια! Να σας κάτσει στο λαιμό το φαγητό σας!
Γύρισε απότομα και έφυγε. Η εξώπορτα έκλεισε με τέτοια δύναμη που ο τοίχος τράνταξε.
Ο Γεώργιος έπεσε στην καρέκλα και έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια.
– Θεέ μου… τι ντροπή…
Η Μαρία τον αγκάλιασε από πίσω. Πονούσε για εκείνον, μα ταυτόχρονα ένιωθε ένα τεράστιο βάρος να φεύγει από πάνω της. Δεν θα υπήρχαν πια σκιές, ούτε εξαφανισμένα τρόφιμα, ούτε η αίσθηση ότι χάνει το μυαλό της.
Την επόμενη κιόλας μέρα ο Γεώργιος άλλαξε κλειδαριά χωρίς πολλές κουβέντες. Δεν τηλεφώνησε στη μητέρα του για μια εβδομάδα. Εκείνη επίσης δεν εμφανίστηκε, περιμένοντας προφανώς να την αναζητήσει με συγγνώμες. Εκείνος δεν το έκανε.
Έναν μήνα αργότερα, η Μαρία συνάντησε τυχαία τη γειτόνισσα της Αναστασίας, τη Βαλεντίνα.
– Αχ, Μαρία μου! – της είπε με ενθουσιασμό. – Η Αναστασία έχει γίνει πολύ γενναιόδωρη τελευταία! Μας φέρνει λουκάνικα, σολομούς… Λέει ότι ο γιος της τα αγοράζει και περισσεύουν. Τι καλός άνθρωπος!
Η Μαρία χαμογέλασε αχνά.
– Ναι, Βαλεντίνα. Είναι πράγματι… πολύ δοτική. Απλώς τώρα η φροντίδα της κρατάει μια απόσταση.
Οι σχέσεις δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ ολοκληρωτικά. Ο Γεώργιος την έπαιρνε τηλέφωνο σε γιορτές και της πήγαινε ο ίδιος ψώνια, χωρίς να της επιτρέπει να περάσει το κατώφλι. Αντί για μετρητά, πλήρωνε τους λογαριασμούς της ηλεκτρονικά. Εκείνη διηγούνταν στους συγγενείς πως η «κακιά νύφη» της τής πήρε τον γιο. Η Μαρία δεν μπήκε στη διαδικασία να απολογηθεί.
Το σημαντικό ήταν πως στο δικό τους σπίτι επικρατούσε πλέον ηρεμία. Το ψυγείο έμενε γεμάτο, τα χρήματα περίσσευαν πιο εύκολα και κατάφεραν επιτέλους να κλείσουν διακοπές στη θάλασσα. Την κάμερα η Μαρία δεν την πέταξε. Την τακτοποίησε σε ένα συρτάρι, για ώρα ανάγκης. Η ζωή, άλλωστε, συχνά επιφυλάσσει εκπλήξεις.
Ένα πράγμα όμως ήταν βέβαιο: τα όριά της και την οικογένειά της δεν θα τα άφηνε ξανά απροστάτευτα. Αν κάποιοι τη θεωρούσαν «φίδι» ή «τσιγκούνα», ας ήταν. Προτιμούσε να κρατά τον τίτλο – και το ψυγείο της γεμάτο.
