“Στα πενήντα χρόνια κοινής ζωής, μέσα στα οποία η Δέσποινα Ορφανίδη δίδαξε στον γιο της το πιο σημαντικό μάθημα: πως η σύζυγος είναι υπηρέτρια. Δεν είναι έτσι, Αλέξανδρε;” είπα καθαρά στην κατάμεστη αίθουσα, αφήνοντας την πεθερά μου να κοκκινίσει και τον Αλέξανδρο να μείνει χλωμός

Η γιορτή φαινόταν ψεύτικη, σκληρή και αβάσταχτη.
Ιστορίες

Έβγαλα αργά το δαχτυλίδι από το δάχτυλό μου και το άφησα να ακουμπήσει στο τραπέζι, δίπλα στα μισοάδεια ποτήρια.

— Τα χαρτιά του διαζυγίου σε περιμένουν στο αυτοκίνητό σου, συνέχισα ήρεμα. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, το διαμέρισμα είναι στο όνομά μου. Γαμήλιο δώρο του πατέρα σου. Θυμάσαι; Το πέρασε σε μένα με δωρεά για να μη μάθει η μητέρα σου πόσα χρήματα ξόδεψε.

Ο Αλέξανδρος Καραγιάννης με κοίταζε σαν να έβλεπε μπροστά του μια άγνωστη.

— Δηλαδή τα είχες κανονίσει όλα;

— Από τη στιγμή που με αποκάλεσες υπηρέτρια. Η μητέρα σου, η Δέσποινα Ορφανίδη, μου δίδαξε κάτι πολύτιμο: η εκδίκηση σερβίρεται παγωμένη. Και, αν γίνεται, πάνω σε χρυσή πιατέλα. Κατά προτίμηση σε μια λαμπερή επέτειο.

Βγήκα από το εστιατόριο κρατώντας αγκαζέ την Αικατερίνη Οικονόμου. Ο αέρας της νύχτας μού φάνηκε καθαρτικός.

— Σας οφείλω ευγνωμοσύνη, είπε σκουπίζοντας τα μάτια της. Ο Ανδρέας Καζαντζής γνώρισε επιτέλους τον πατέρα του.

— Χωρίς τα γράμματά σας δεν θα είχε αποκαλυφθεί τίποτα, της απάντησα. Εσείς μου δώσατε τα κομμάτια του παζλ.

Η Αικατερίνη αναστέναξε.

— Η Δέσποινα έσκαψε μόνη της τον λάκκο της. Αν είχε καταστρέψει εκείνη την αλληλογραφία…

— Δεν μπορούσε, τη διέκοψα με ένα πικρό χαμόγελο. Τα κρατούσε σαν τρόπαια. Ήθελε αποδείξεις της “νίκης” της, ότι χώρισε δύο ανθρώπους. Χαιρόταν με αυτό.

— Και τελικά παγιδεύτηκε από τα ίδια της τα αποδεικτικά στοιχεία.

— Ακριβώς. Τι θα λέγατε για έναν καφέ; Νομίζω πως έχουμε ακόμη πολλά να πούμε.

Μπήκαμε σε ταξί. Το κινητό δονήθηκε μέσα στην τσάντα μου — ο Αλέξανδρος. Απέρριψα την κλήση χωρίς δεύτερη σκέψη και μπλόκαρα τον αριθμό του.

Η “υπηρέτρια” μόλις είχε παραιτηθεί. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς επιστροφή.

Έξι μήνες αργότερα έλαβα επιστολή από τον Ιωάννη Σπυρόπουλο. Είχε χωρίσει με τη Δέσποινα και παντρεύτηκε την Αικατερίνη. Με προσκαλούσε στον γάμο τους — έναν αληθινό γάμο, χωρίς ψέματα, χωρίς σκιές.

Και ο Αλέξανδρος; Έμεινε στο πατρικό του. Η μητέρα του τού ετοιμάζει πρωινό, του σιδερώνει τα πουκάμισα και φροντίζει να μη λείπει τίποτα.

Στο κάτω κάτω, αυτό δεν επιθυμούσε πάντα;

Μια άψογη, αφοσιωμένη… οικιακή βοηθό.

Ψίθυροι Ζωής