Σήκωσα αργά το βλέμμα, προσποιούμενη συστολή.
— Έτσι νομίζω… Α, και ετοίμασα μερικές φράσεις για να πω δυο λόγια για την οικογένειά σας.
— Λόγια; — συνοφρυώθηκε η Δέσποινα Ορφανίδη. — Για να τα δω.
Της έδωσα το χαρτί. Ένα άκακο, σχεδόν τετριμμένο κείμενο για αφοσίωση, σεβασμό και διαχρονική αγάπη. Το ξεφύλλισε βιαστικά.
— Κοινότοπο, αλλά αποδεκτό. Θα το διαβάσεις ακριβώς όπως είναι γραμμένο. Καμία έμπνευση της στιγμής. Ξέρω εγώ πόσο «δημιουργική» μπορείς να γίνεις.
— Όπως επιθυμείτε, απάντησα ήρεμα.
Λίγες ημέρες πριν από την επέτειο, έφερα δήθεν τυχαία στην επιφάνεια ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ.
— Κυρία Δέσποινα, κοιτάξτε τι ανακάλυψα! Μήπως να ετοιμάζαμε μια προβολή φωτογραφιών για τη βραδιά;
Το πρόσωπό της φωτίστηκε.
— Επιτέλους, μια ιδέα της προκοπής!
Πήρα το άλμπουμ μαζί μου. Και δεν έμεινα μόνο σε αυτό. Τα κοινωνικά δίκτυα αποδεικνύονται θησαυρός, ειδικά όταν ψάχνεις παλιές αναρτήσεις φίλων της Δέσποινας. Σχόλια ξεχασμένα πέντε και έξι χρόνια πίσω κρύβουν περισσότερα απ’ όσα φαντάζεται κανείς.
— Ελένη, είσαι βέβαιη ότι μπορείς να αναλάβεις το βίντεο; — ο Αλέξανδρος Καραγιάννης στεκόταν από πάνω μου όσο επεξεργαζόμουν το υλικό. — Μήπως να το δώσουμε σε ειδικό;
— Μη σε απασχολεί. Θα είναι άψογο.
— Πρόσεξε μόνο. Αν χαλάσεις τη γιορτή των γονιών μου…
Τον κοίταξα με αθωότητα.
— Τι θα συμβεί; Θα πάψω να είμαι σύζυγος και θα με υποβιβάσεις σε οικιακή βοηθό;
Χαμογέλασε ειρωνικά και απομακρύνθηκε.
Τρεις μέρες πριν από την εκδήλωση, τηλεφώνησα στην Αικατερίνη Οικονόμου, την πρώτη σύζυγο του Ιωάννη Σπυρόπουλου.
— Καλησπέρα σας. Είμαι η Ελένη Βλάχου, σύζυγος του Αλέξανδρου Καραγιάννη.
— Του Αλέξανδρου; — σιωπή ακούστηκε στην άλλη άκρη. — Του γιου της Δέσποινας;
— Ακριβώς. Ετοιμάζω την επέτειο των πεθερικών μου και ανακάλυψα κάτι που ίσως σας αφορά. Γνωρίζετε ότι η Δέσποινα κράτησε όλα τα γράμματά σας προς τον Ιωάννη;
— Ποια γράμματα;
— Εκείνα που του στείλατε μετά τον χωρισμό. Όσα μιλούσαν για επανασύνδεση… και για τον μικρό Ανδρέα Καζαντζή.
Η ανάσα της κόπηκε.
— Δηλαδή… ο Ανδρέας δεν γνωρίζει ότι ο Ιωάννης είναι πατέρας του;
— Από όσα είδα, όχι. Κάποιος φρόντισε να μη φτάσουν ποτέ σε εκείνον.
— Με είχε διαβεβαιώσει ότι θα του τα δώσει!
Χαμήλωσα τη φωνή.
— Θα θέλατε να παρευρεθείτε στη γιορτή; Ως παλιά φίλη της οικογένειας;
Η μέρα της επετείου έφτασε. Το «Μετροπόλ» έλαμπε από τα φώτα. Διακόσιοι καλεσμένοι με βραδινές ενδυμασίες. Η Δέσποινα Ορφανίδη φορούσε φόρεμα αξίας τριών χιλιάδων ευρώ. Ο Ιωάννης Σπυρόπουλος χαμογελούσε ανυποψίαστος, χωρίς να γνωρίζει πως στην αίθουσα βρίσκονταν μια γυναίκα που τον είχε αγαπήσει πριν σαράντα χρόνια και ένας γιος που αγνοούσε την αλήθεια της καταγωγής του.
— Ελένη Βλάχου, είσαι έτοιμη; — η Δέσποινα με περιεργάστηκε από την κορυφή ως τα νύχια. — Κάπως χλωμή μου φαίνεσαι.
— Είναι το άγχος. Θέλω όλα να είναι άψογα.
— Πρόσεξε να μην μας εκθέσεις. Και θα διαβάσεις από το χαρτί, το θυμάσαι;
Έγνεψα καταφατικά, κρύβοντας το χαμόγελό μου καθώς ο παρουσιαστής ετοιμαζόταν να μου δώσει τον λόγο.
