Ο θόρυβος πλησίαζε∙ δεν έμοιαζε πια αδιόρατος, αλλά με ξεκάθαρο χτύπο πάνω σε μέταλλο, σαν κάποιος να δοκίμαζε μια πόρτα με ανυπομονησία. Ο Ευστάθιος Δημητριάδης ανασήκωσε απότομα το κεφάλι.
— Δεν έχουμε χρόνο, ψιθύρισε. Αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια για τον Ανδρέα Παύλου, πρέπει πρώτα να σωθείς.
Η Νεφέλη ένιωσε την καρδιά της να σφυροκοπά. Όλες οι ερωτήσεις που την έπνιγαν —ποιοι τους παρακολουθούσαν, τι είχε συμβεί πραγματικά, γιατί ξαφνικά όλοι σιωπούσαν— έμεναν μετέωρες. Μα η διαίσθησή της τής έλεγε πως πίσω από τις κλειστές πόρτες κρύβονταν περισσότερα απ’ όσα άντεχε να ακούσει εκείνη τη στιγμή.
— Μου χρωστάτε εξηγήσεις, είπε σφιγμένα.
— Και θα τις πάρεις. Αλλά όχι εδώ.
Ένας δεύτερος, δυνατότερος κρότος αντήχησε. Κάποιο παράθυρο έτριξε. Η Νεφέλη θυμήθηκε τα λόγια του: «Υπάρχουν πράγματα που, αν ανοίξουν, δεν κλείνουν ξανά». Ίσως κάποια μυστικά να ήταν φτιαγμένα για να μένουν θαμμένα, όμως το δικό της παρελθόν είχε ήδη ξεσκεπαστεί.
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Εντάξει. Θα πάω.
Ο Ευστάθιος ένευσε και της έδειξε το πίσω μονοπάτι. Καθώς απομακρυνόταν, ένιωθε πως κάθε της βήμα την οδηγούσε πιο κοντά σε μια αποκάλυψη που θα άλλαζε τα πάντα — για εκείνη, για τον Ανδρέα, για όλους.
Πίσω της ακούστηκε η πόρτα να υποχωρεί με πάταγο.
Και τότε κατάλαβε πως η επιστροφή δεν ήταν πια επιλογή.
