Ο μεταλλικός ήχος της κλειδαριάς ακόμη αντηχούσε στ’ αυτιά μου όταν άρπαξα το κινητό και κάλεσα κλειδαρά. Δεν άφησα ούτε λεπτό να περάσει. Σε λιγότερο από μία ώρα είχαν τοποθετηθεί καινούριες κλειδαριές∙ ο κοφτός θόρυβος του μετάλλου που σφράγιζε την πόρτα λειτούργησε πιο αποτελεσματικά κι από ηρεμιστικό.
Ύστερα κάθισα μόνη στην κουζίνα. Επιτέλους ησυχία. Οι από πάνω είχαν σταματήσει το τρυπάνι και το διαμέρισμα έμοιαζε να ανασαίνει. Από το παράθυρο έμπαινε ένα χλωμό φως φεγγαριού που έκανε τα πλακάκια να γυαλίζουν.
Τράβηξα μπροστά μου το κομπιουτεράκι. Εβδομήντα χιλιάδες έσοδα. Τα μισά — τριάντα πέντε — για το στεγαστικό. Μένουν άλλα τριάντα πέντε. Διατροφή… Ο Αντώνιος Νικολαΐδης δηλώνει κανονικά τη δουλειά του, άρα μέσω δικαστηρίου μπορώ να εξασφαλίσω τουλάχιστον δεκαπέντε με είκοσι χιλιάδες. Σύνολο περίπου πενήντα πέντε. Για δυο άτομα.
Και τότε συνειδητοποίησα κάτι παράδοξο: είναι περισσότερα απ’ όσα απέμεναν όταν συντηρούσα κι εκείνον. Δεν θα χρειάζεται πια να αγοράζω τεράστιες ποσότητες κρέατος κάθε εβδομάδα. Ούτε να πληρώνω τους λογαριασμούς του κινητού και του ίντερνετ. Ούτε να ακούω τα ατελείωτα παράπονά του για το πόσο «άδικη» είναι η ζωή μαζί του.
— Μαμά… — ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης εμφανίστηκε νυσταγμένος στην πόρτα, τρίβοντας τα μάτια του. — Ο μπαμπάς έφυγε;
— Έφυγε, αγάπη μου. Πήγε στη γιαγιά του. Και δεν θα γυρίσει.
Δίστασε για μια στιγμή.
— Δηλαδή… τώρα θα είμαστε φτωχοί;
Χαμογέλασα και τον τράβηξα κοντά μου.
— Όχι. Θα είμαστε ελεύθεροι. Κι αυτό αξίζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε. Και για πίτσα αύριο, σου υπόσχομαι, φτάνουν τα χρήματα.
Τον κράτησα στην αγκαλιά μου. Ήταν τόσο αδύνατος, τόσο μικρός ακόμη. Ένα κύμα οργής με πλημμύρισε. Πώς άντεχα τόσα χρόνια; Πώς του επέτρεψα να στερεί από το παιδί μου;
Το επόμενο πρωί θα πήγαινα σε δικηγόρο. Αίτηση διαζυγίου και διατροφής ταυτόχρονα. Μετά στην τράπεζα, να ζητήσω αναδιάρθρωση του δανείου — ίσως μικρότερη δόση με μεγαλύτερη διάρκεια. Θα ήταν δύσκολο; Φυσικά. Δεν ήξερα καν πώς θα πληρώσω τα αγγλικά του Αλέξανδρου τον επόμενο μήνα.
Αλλά θα τα κατάφερνα. Οι γυναίκες έχουμε αντοχές που δεν φαίνονται. Μας πατούν, κι όμως βρίσκουμε τρόπο να ξεπροβάλλουμε ξανά.
Μπήκα στο υπνοδωμάτιο. Η πλευρά του κρεβατιού του ακόμη μύριζε το άρωμά του. Ξεσκέπασα τα σεντόνια, τα έκανα μια μπάλα και τα έριξα στο πλυντήριο στο πιο βαρύ πρόγραμμα. Να φύγουν όλα — η μυρωδιά, οι αναμνήσεις, η πίκρα που κολλούσε σαν υγρασία.
Στην ντουλάπα περίσσευε χώρος. Κρέμασα τα φορέματά μου άνετα πια, χωρίς να στριμώχνονται σε μια γωνιά. Πολύχρωμα, ζωντανά. Ένα από αυτά θα το φορούσα αύριο. Όχι για κάποιον άλλον. Για μένα.
Το κινητό αναβόσβηνε ασταμάτητα — ο Αντώνιος είχε καλέσει δεκάδες φορές. Μήνυμα και από την Παναγιώτα Λάμπρου: «Ελένη Παπαδοπούλου, κάνεις τεράστιο λάθος. Ο άντρας είναι το στήριγμα του σπιτιού. Σκέψου τον γιο σου!»
Τον σκέφτηκα, κυρία Παναγιώτα. Ακριβώς γι’ αυτό πήρα την απόφαση. Ο γιος μου δεν θα στερείται άλλο για να χορταίνει ο δικός σας.
Έσβησα τα φώτα και ξάπλωσα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν ένιωθα εκείνο το βάρος στο στήθος. Το σπίτι μύριζε καθαριότητα και λεβάντα.
Από αύριο αρχίζει μια καινούρια πορεία. Με λογαριασμούς, υπολογισμούς και οικονομία. Μα θα είναι η δική μου ζωή. Χωρίς «χαρτζιλίκια» ξένου άντρα στο κρεβάτι μου.
Έκλεισα τα μάτια. Μια σειρήνα ακούστηκε μακριά, ένα αυτοκίνητο πέρασε στον δρόμο. Η πόλη αποκοιμιόταν κι εγώ μαζί της — βέβαιη πως το πρωί θα ξυπνήσω κυρίαρχη της μοίρας μου. Και του ψυγείου μου.
Εσείς θα δεχόσασταν να συντηρείτε έναν σύζυγο μόνο με τον δικό σας μισθό;
